της Μιράντας Λυσάνδρου
Στην οδό Τρικούπη, από την πλατεία του «Όχι» προς την αγορά του παλαιού δημαρχείου, η ζωή δεν σταματάει ποτέ. Από το χάραμα τα μαγαζιά παραλαμβάνουν εμπόρευμα και κλείνουν αργά το βράδυ. Μετά η ζωή συνεχίζεται στους γύρω δρόμους, κάτω απ’ τα παλιά σπίτια με το χρυσοπληρωμένο νοίκι όπου προσπαθούν να χωρέσουν οι στοιβαγμένες ψυχές των αλλοδαπών. Μια λογική εξήγηση του να πίνει κανείς στο δρόμο, πέραν της κουλτούρας και της ιδιοσυγκρασίας των μουσαφίρηδων της πόλης που συχνά επικαλούνται οι γηγενείς.
Η περιοχή θυμίζει τα china town των μεγαλουπόλεων μόνο που η όσφρηση και η γεύση που παίρνει ο περαστικός είναι αραβική. Οι πλείστες επιγραφές των μαγαζιών είναι αραβικές, αφού τα μπακάλικα, τα κουρεία, τα φαγάδικα, τα περίπτερα και τα άλλα μικρομάγαζα ανήκουν σε Άραβες και απευθύνονται σ’ αυτούς. Σφήνα κάποια μαγαζιά που ξέμειναν σε Κυπρίους και καταφέρνουν να συμβιώσουν αρμονικά.
Εδώ, στη Μικρή Δαμασκό, συναντήσαμε τον Μοχάμεντ Άλατιν και τον Σαμ Σακάλ.
Ο πρώτος κουρέας, ο δεύτερος επιχειρηματίας που ελέγχει τέσσερα διαφορετικά καταστήματα στο τετράγωνο. «Είσαι ο Σιακόλας της Τρικούπη, δηλαδή», του είπα χαριτολογώντας στον Σαμ, έτσι για να σπάσει λίγο η αμηχανία των πρώτων συστάσεων. Μου ανταπέδωσε το χωρατό καθώς σφίγγαμε τα χέρια την ώρα που έφευγα. «Ελπίζω να μην είσαι ψηλομύτα όπως οι άλλες Κύπριες και να καταδεχτείς να μας ξανάρθεις»...
Απέναντι, στου Μοχάμεντ και οι τρεις καρέκλες του κουρείου ήταν γεμάτες. Ο νέας πελάτης Πακιστανός, ο άλλος Κινέζος και ο τρίτος είτε ανατολικοευρωπαίος, είτε Ιορδανός. Μπορεί και Λιβάνιος. Έχει καταφέρει να έχει τόση κίνηση στο μαγαζί του, που έχει και δύο υπαλλήλους. Όμως μας λέει έχει και Κύπριους πελάτες, κάτι που θεωρεί μεγάλη επιτυχία. Όνειρό του να ανοίξει ένα unisex κομμωτήριο και να γίνει όνομα.
Το ίδιο κι ο Σαμ. Θέλει να επεκτείνει την αλυσίδα. Καλύτερα όμως να τους αφήσουμε να μιλήσουν εκείνοι. Μόνο έτσι μπορεί κανείς να σκιαγραφήσει τα βιώματα και τα μελλοντικά σχέδια του. Το σίγουρο είναι πως είναι αληθινοί και απολαυστικοί.
Κατάγομαι από τη Συρία. Βρίσκομαι στην Κύπρο τα τελευταία δυόμισι χρόνια. Είχα έρθει και πριν από πέντε χρόνια κι είχα μείνει για 18 μήνες./ Έφυγα από τη χώρα μου γιατί πίστευα ότι αλλού θα είχα την ευκαιρία να κάνω καλύτερη ζωή. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στην Συρία είναι άσχημη η ζωή. Απλώς εδώ οι ευκαιρίες είναι περισσότερες. Ήρθαμε λοιπόν με την ελπίδα να έχουμε μια καλύτερη ζωή./ Μιλώ στον πληθυντικό γιατί είμαι παντρεμένος. Με Ευρωπαία. Η γυναίκα μου κατάγεται απ’ τη Ρουμανία, έτσι τα πράγματα ήταν ευκολότερα για μας στην Κύπρο./ Δεν πέσαμε έξω. Παρά τις δυσκολίες τα πράγματα πάνε καλά για μας. Έχω στήσει τη δουλειά μου εδώ και είμαι ευχαριστημένος./ Ξέρετε όμως, δεν αλλάζει το ότι είμαι ξένος εδώ. Είναι γεγονός ότι στην Κύπρο υπάρχει φοβία έναντι των ξένων και υποτίμηση. Όχι στον τρόπο που μας χειρίζονται από το κράτος. Οι άνθρωποι είναι φοβικοί. Δικαιολογώ αυτή τη συμπεριφορά τους. Υπάρχει εξήγηση γι’ αυτές τις αντιδράσεις. Μπορώ να καταλάβω αν βάλω τον εαυτό μου στη θέση τους... Να είμαι στο χωριό μου, στη Συρία και να έρθουν ξένοι να δουλέψουν εκεί... Θα νομίζω πως ήρθαν για να πάρουν τις δουλειές και τα λεφτά μας. Να μου στερήσουν κάτι δικό μου. Παντού υπάρχει αυτή η φοβία... Δεν είναι τοπικό φαινόμενο της Κύπρου. Και δεν είναι όλος ο κόσμος έτσι, φυσικά. Έχω και πελάτες Κύπριους και περνάμε καλά. Μάλιστα όταν έρθουν αφήνουν και γερό φιλοδώρημα. Τόσο ικανοποιημένοι είναι. Νιώθω ότι με εκτιμούν./ Εγώ πως αντιμετωπίζω αυτή τη φοβία των Κυπρίων; Με χαμόγελο κι ευγένεια. Έτσι πρέπει. Για να περνούμε καλά. Αν θέλω να μείνω εδώ στην Κύπρο, αυτό πρέπει να κάνω./ Το μαγαζί αυτό το άνοιξα πριν ενάμισι χρόνο. Είμαι παρπέρης από 15 χρόνων. Έχω άλλο ένα μαγαζί στη Συρία, που το δουλεύει τώρα ο αδελφός μου./ Ο λόγος πιστεύω που στην περιοχή μένουν ξένοι περισσότερο είναι λόγω των ενοικίων. Εμείς δεν έχουμε τα χρήματα να ενοικιάσουμε στην Αγλατζιά. Απ’ την άλλη δεν εκτοπίσαμε τους Κύπριους. Συνυπάρχουμε μαζί τους./ Πολλοί Κύπριοι φοβούνται να περάσουν απ’ εδώ. Ειδικά τα βράδια. Δεν υπάρχει λόγος. Ο δρόμος είναι ασφαλισμένος. Δεν είμαστε μαφίες./ Τις προάλλες πέρασε απ’ εδώ μια κοπέλα που ήθελε να πάει σε μια ταβέρνα. Δεν ήξερε πού ήταν και με ρώτησε. Την έβλεπα που φοβόταν... Αφού της εξήγησα τη ρώτησα γιατί φοβάται. Το αρνήθηκε. Αλλά το έβαλε στα πόδια.../ Εγώ είμαι ο ξένος στην Κύπρο. Κι επειδή είναι το χωριό των Κυπρίων εδώ, τους δείχνω σεβασμό. Γι’ αυτό έμαθα και τη γλώσσα τους. Αν θέλουμε να μείνουμε εδώ, πρέπει να μάθουμε τη γλώσσα. Είναι πάντως αποδεδειγμένο πως όποιος έρθει μια φορά και μιλήσει μαζί μας, ξανάρχεται. Οι φοβίες εξαλείφονται. / Όσο για τους καβγάδες για το τζαμί, απλώς τσακώθηκαν μεταξύ τους ένας Πακιστανός με έναν Παλαιστίνιο και έφεραν ο καθένας τους δικούς τους και δημιουργήθηκε ένα μικρό πρόβλημα. Ήταν ένα τίποτα που το ανέδειξαν τα κανάλια και το μεγαλοποίησαν./ Πώς σκέφτομαι το μέλλον μου; Θα το ήθελα πολύ να μείνω εδώ. Όμως η ζωή δεν έρχεται πάντα όπως τη θες. Θα ήθελα ένα δικό μου σπίτι, με τρία υπνοδωμάτια γιατί θέλω να κάνω δύο μωρά, με αυλή και δέντρα. Και να περνούμε καλά... Θέλω κι ένα μαγαζί unisex και να κάνω διαφημίσεις στην τηλεόραση. Θα είναι το Ashiam (παλιά Δαμασκός) Νο2. Αυτό εδώ θα είναι το Νο1.
Είμαι μισός Κύπριος, από μητέρα, και μισός Ιορδανός. Γεννήθηκα στην Ιορδανία και αποφάσισα να έρθω στην Κύπρο πριν από πέντε χρόνια για να ανοίξω δουλειές και να κτίσω μια νέα ζωή εδώ. Στην Τρικούπη έχω ένα κρεοπωλείο, ένα κουρείο, ένα περίπτερο, ένα μικρό εστιατόριο κι ένα μαγαζί που πουλά λαχματζουν./ Η πρώτη κίνηση που έκανα ήταν να αγοράσω το κρεοπωλείο και στη συνέχεια ήρθαν τα άλλα./ Δεν ήταν δύσκολο για έμενα να γίνω επιχειρηματίας λόγω και της κυπριακής καταγωγής μου./ Μ’ αρέσει στην Κύπρο. Η ζωή εδώ είναι όμορφη και ασφαλής. Και η περιοχή μας εδώ στην παλιά πόλη είναι ασφαλής. Μην εκπλήσσεστε! Οι διαφορές που υπήρχαν για το τζαμί έχουν τελειώσει. Φυσικά τις είχαν μεγαλοποιήσει και ΜΜΕ.../ Τώρα οποιαδήποτε ώρα και να έρθεις εδώ είναι ήρεμα τα πράγματα. Μπορείς να κάνεις ό,τι δραστηριότητα θέλεις. Να ψωνίσεις, να πας στο τζαμί να προσευχηθείς, να έρθεις για καφέ ή φαγητό. Το μόνο μας πρόβλημα είναι η συνεχής παρουσία της αστυνομίας.../ Έρχονται εδώ κάθε μέρα και ξεψαχνίζουν. Και δυστυχώς όλοι φοβούνται την αστυνομία, ακόμη και οι νόμιμοι αλλοδαποί που αποτελούν πλειοψηφία εδώ στην περιοχή. Μόλις δουν αστυνομικό, αλλάζουν πορεία./ Μας ανάγκασαν να δουλεύουμε με βάση τα ωράρια που δουλεύουν και τα άλλα καταστήματα. Εμείς δηλαδή πώς θα βγάλουμε το ψωμί μας όταν κλείνουν από τις πέντε ή τις έξι; / Βεβαίως η παρουσία της αστυνομίας δημιουργεί κι άλλα προβλήματα. Φοβάται ο κόσμος να έρθει ακόμη και για να προσευχηθεί. Ο υπάλληλός μου είναι νόμιμος. Και μόλις δει αστυνομία, θέλει να εξαφανιστεί. Θέλουμε να επανέλθουν τα πράγματα σε μια φυσιολογική ροή./ Στην προσωπικό μου ζωή τώρα, παντρεύτηκα πριν έξι μήνες. Δεν έχουμε παιδιά ακόμη. Η γυναίκα μου είναι από την Ουκρανία./ Γιατί δεν παντρεύτηκα Κύπρια; Είναι απλό. Είναι όλες ψηλομύτες. Όταν βγαίναμε με τους φίλους μου και έτυχε να γνωρίζω κάποιες Κύπριες, πάντα με ρωτούσαν, από πού είμαι; Τους απαντούσα ότι είμαι μισός Κύπριος και μισός Ιορδανός. Τότε γιατί δεν μιλάς ελληνικά; Επειδή γεννήθηκα στην Ιορδανία. Και γιατί η μητέρα σου δεν σε έμαθε ελληνικά; Ρωτούσαν συνέχεια, συνέχεια, ασταμάτητα... Το όνειρό τους ήταν μεγάλο σπίτι, μεγάλο αυτοκίνητο, κάθε μέρα ήθελαν να βγαίνουν στα κλαμπ, και να αγοράζουν ρούχα. Γιατί λοιπόν να παντρευτώ Κύπρια; Ήθελα να είμαι με έναν άνθρωπο, όχι με κάποιαν που να ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό της. Έψαξα στ’ αλήθεια να βρω Κύπρια, αλλά δεν την βρήκα./ Θέλω να μείνω στην Κύπρο για όλη μου τη ζωή. Αυτή είναι η χώρα μου, την αγαπώ κι αυτή είναι η ζωή μου. Παρά τα προβλήματα νιώθω ασφαλής. Αισθάνομαι ότι μπορώ να έχω μια κανονική, ήρεμη ζωή. Είναι και πιο εύκολο να κάνεις δουλειές εδώ./ Την επόμενη δουλειά που θέλω να ανοίξω δεν την σκέφτηκα ακόμη. Θα δούμε στη συνέχεια...
Η μόνη διάθεση που είχε ο ξενοφοβικός κύριος που πήρε τηλέφωνο στην εφημερίδα εκείνο το πρωί του Σαββάτου- την επομένη του πογκρόμ της αστυνομίας στην παλιά Λευκωσία- ήταν ν’ ακούει τα λεγόμενά του και να ηδονίζεται... «Σας είχα για σοβαρή εφημερίδα! Είναι ντροπή σας να επικρίνετε την πολιτεία την ώρα που προσπαθεί να κάνει σωστά τη δουλειά της και να καθαρίσει την πόλη! Εξευτελισμός (σ.σ. με αυτό το περιέγραφε το πρωτοσέλιδο άρθρο το αστυνομικό show της προηγούμενης μέρας) είναι το κατάντημά μας να φοβόμαστε να περπατήσουμε στα ιστορικά καντούνια της πόλης μας που την κατέλαβαν οι ξένοι. Όχι να κάνουμε ελέγχους στους αλλοδαπούς που έκαναν κατάληψη στην περιοχή και την έχουν στα μαύρα της τα χάλια. Δεν είμαι ρατσιστής, δεν επικρίνω εκείνους που έχουν ξένους στο σπίτι τους, αλλά»...
Δεν σκέφτηκα καν να του κλείσω το τηλέφωνο στη μούρη! Ούτε που μου πέρασε απ’ το μυαλό ότι υπάρχουν φορές που είναι ανώφελο να προσπαθήσεις να αντικρούσεις τέτοιες ακρότητες, τέτοιες συμπεριφορές που εμπνέονται απ’ το μίσος και τον φανατισμό. Τι, θα του άλλαζα το DNA μέσα από μια τηλεφωνική γραμμή; Δεν άντεξα. Κι ο Άγιος φοβέρα θέλει! «Εσείς θα πρέπει να ντρέπεστε κύριέ μου (του είπα περιπαιχτικά) γι’ αυτά που λέτε! Τα οποία, αντίθετα με την εικόνα που έχετε για τον εαυτό σας, αποτελούν ρατσιστικά σχόλια. Τι μας λέτε; Πώς σας άρεσε το θέαμα που είδατε να προβάλλεται απ’ τα κανάλια χθες βράδυ; Σας άρεσε η εικόνα των δεκάδων ανθρώπων που τους έβαλαν χειροπέδες, ανάμεσά τους μία έγκυος κι ένα παιδί, και τους έστειλαν δήθεν με την κλούβα για εξακρίβωση στοιχείων στο τμήμα»;
Επειδή ο πελάτης έχει πάντα δίκιο στο μυαλό του αξιότιμου κυρίου- τέτοιες απαιτήσεις θα έχει κι απ’ την φιλιππινέζα του φαντάζομαι- αφού εκείνος είναι που πληρώνει, εξεπλάγην για την απάντηση που πήρε και στο ύφος που την πήρε.
«Να σας ρωτήσω κάτι», διέκοψε τον κατεβατό μου... «Εσείς δεν φοβάστε στην περιοχή που δουλεύετε κάθε μέρα, μήπως δεχτείτε καμιά αδέσποτη απ’ τους αλλοδαπούς»;
Εκεί γέλασα. Δεν άντεξα! «Το λιγότερο που έχω να σας πω είναι πως είστε υπερβολικός. Καλά ακούσατε ποτέ να παίρνουν τα όπλα οι αλλοδαποί και να ρίχνουν μπαλοθιές; Άντε καμιά φορά να μαχαιρωθούν μεταξύ τους! Όπως μαχαιρώνονται και δικοί μας. Και βεβαίως δεν φοβάμαι να περπατήσω στην περιοχή. Ούτε κι όταν σχολνάω τα μεσάνυχτα...»
Συνέχισε το τροπάριό του για μερικά λεπτά ακόμα. Η κουβέντα φυσικά δεν μας έβγαζε πουθενά. Του έφερα το παράδειγμα των δικών μας μεταναστών πριν και μετά τον πόλεμο, αλλά στο μυαλό του εκείνοι ήταν ανώτερη φυλή. «Αφού δεν καταλαβαίνετε με το καλό αυτό που σας λέω», ήταν η τελευταία του κουβέντα, «σας εύχομαι να φάτε το κεφάλι σας για να καταλάβετε»!
Αυτή ήταν μια αληθινή ιστορία. Στο μυαλό μου προσπαθώ να δικαιολογήσω τον ρατσισμό στην έλλειψη ταυτότητας. Είμαστε μια καινούργια σχετικά Δημοκρατία (;). Κάναμε άλματα μες σε 50 χρόνια σε πολλά ζητήματα. Από αγροτική κοινωνία βρεθήκαμε αναγκαστικά στα σαλόνια. Παραμείναμε όμως άξεστοι και απαίδευτοι. Οι αρχοντοχωριάτες που πίστεψαν πως ο τρόπος ζωής τους αγγίζει τα όρια της υψηλής κουλτούρας κι όσοι είναι έξω απ’ αυτές τις αξίες είναι υποδεέστεροι. Η πολιτισμική μας υστέρηση και τα κόμπλεξ μας αποκλείουν το ξένο, πόσο μάλλον το διαφορετικό.
Θα χρειαστούμε πολλά χρόνια ακόμα για να φτάσουμε στην ουσιαστική ενσωμάτωση, στην ισότιμη συμμετοχή και των ανθρώπων διαφορετικής καταγωγής στην κοινωνία μας. Τουλάχιστον να κάνουμε βήματα προς τα μπρος...