logo

Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία:

35 χρόνια σε πορεία αναζήτησης λύσης

του Λάκη Χριστοδούλου
Δικηγόρου

Μισό αιώνα μετά την εγκαθίδρυση του κοινού κράτους Ελληνοκυπρίων – Τουρκοκυπρίων και συνάμα την έναρξη των διακοινοτικών ταραχών, τρεις και πλέον δεκαετίες μετά την εισβολή της Τουρκίας στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και ακολούθως την αποδοχή από την ε/κ πλευρά της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας ως της μόνης εφικτής λύσης του προβλήματος, ο διάλογος γύρω από τη λύση Ομοσπονδίας συνεχίζεται, όπως και οι προσπάθειες για εξεύρεση λύσης.

revma5_lakiΩς γνωστό, η συζήτηση γύρω από τη διευθέτηση του κυπριακού προβλήματος μέσω μιας λύσης Ομοσπονδίας άρχισε πολύ πριν τις «Συμφωνίες Κορυφής» Μακαρίου – Ντενκτάς (1977) και Κυπριανού – Ντενκτάς (1977), πριν φυσικά τη τουρκική εισβολή και κατοχή του 37% του κυπριακού εδάφους το 1974, πριν τον εγκλεισμό των Τουρκοκυπρίων στους θύλακες το 1963 και ακόμα και πριν τη δημιουργία της ίδιας της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Χωρίς ωστόσο, όλα τα πολιτικά γεγονότα που ακολούθησαν την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας στις 16 Αυγούστου του 1960, η αναγωγή της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας ως της μόνης εφικτής λύσης για διακυβέρνηση της Κύπρου δεν θα ήταν καν συζητήσιμη. Για ένα μικρό νησί με έκταση μόλις 9.251 τετραγωνικά χιλιόμετρα, με μέγιστο μήκος 240 χιλιόμετρα από το ανατολικότερο μέχρι το δυτικότερο άκρο του, όπου χριστιανοί και μουσουλμάνοι ζούσαν διάσπαρτοι σε όλη του την επικράτεια για περισσότερο από τέσσερεις αιώνες, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα συμβίωσης, η λύση του διαχωρισμού σε ομόσπονδα κρατίδια με χωριστές διοικητικές αρχές, πέρα από άδικη και δυσλειτουργική δεν φάνταζε ως ιδιαίτερα πιθανό σενάριο.

Τα διακοινοτικά προβλήματα και η αμοιβαία αμφισβήτηση Ε/Κ και Τ/Κ, φαινόμενα που πρωτοεμφανίστηκαν κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού «ενωτικού» αγώνα των Ελληνοκυπρίων κατά των Βρετανών αποικιοκρατών τη περίοδο 1955-59, δεν λύθηκαν με την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και το διαμοιρασμό της εξουσίας ανάμεσα στις δύο μεγάλες κοινότητες του νησιού. Αντίθετα, τρία χρόνια αργότερα, τα προβλήματα και η αμοιβαία καχυποψία εξώθησαν την πολιτική κατάσταση στα άκρα, με αποκορύφωμα τις διακοινοτικές ταραχές των Χριστουγέννων του 1963 και ουσιαστικό αποτέλεσμα την αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από την άσκηση εξουσίας στο κοινό κράτος· και την ταυτόχρονη μετακίνηση τους σε θύλακες στις τουρκικές συνοικίες των πόλεων και σε αμιγώς τουρκοκυπριακά χωριά. Με αυτό τον πρώτο, μετά από αιώνες, διαχωρισμό Ελλήνων και Τούρκων της Κύπρου, έγινε η αρχή για ουσιαστική συζήτηση της μετάβασης από το ενιαίο κράτος σε μια άλλη μορφή διακυβέρνησης του τόπου.

Η ωμή βία και ο έλεγχος της πολιτικής κατάστασης από τις εθνικιστικές δυνάμεις μέσα στις δύο κοινότητες προκάλεσαν αναπόφευκτα την ανάμιξη εξωτερικών παραγόντων με πρώτες τις εγγυήτριες δυνάμεις. Καθόλου τυχαία, την ίδια ακριβώς περίοδο που εντείνονταν, σε εσωτερικό και εξωτερικό, φωνές και ενέργειες υπέρ του «Ταξίμ» ή της «Ένωσης» (μέρους ή ολόκληρου του νησιού ανάλογα) με τις αντίστοιχες μητέρες πατρίδες, άρχισαν να εμφανίζονται και τα έξωθεν σχέδια επίλυσης του προβλήματος. Μέσα στα προτεινόμενα αυτά σχέδια βασική παράμετρο αποτελούσε πλέον, ο διαχωρισμός εδάφους και πληθυσμού. Τέτοια σχέδια, όπως το γνωστό «Σχέδιο Άτσεσον», άρχισαν υπό τις συνθήκες να φαντάζουν λογικά και εξυπηρετούντα τα εθνικά συμφέροντα αμφότερων των κοινοτήτων· και φυσικά των μητέρων πατρίδων τους.

Δέκα χρόνια αργότερα, η κατάληψη από τον τουρκικό στρατό εισβολής ενός μεγάλου μέρους της κυπριακής επικράτειας, η εκδίωξη περίπου 160 χιλιάδων Ελληνοκυπρίων από τα κατεχόμενα εδάφη και η ταυτόχρονη βίαιη μετακίνηση των Τουρκοκυπρίων στο Βορρά, οριστικοποίησε ως βάση της συζήτησης για επίλυση του κυπριακού προβλήματος, την Ομοσπονδία. Οι «Συμφωνίες Κορυφής» που ακολούθησαν το δραματικό καλοκαίρι του 1974 μεταξύ πρώτα του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και ακολούθως του Προέδρου Κυπριανού με τον τουρκοκύπριο ηγέτη Ραούφ Ντενκτάς επικύρωσαν και επίσημα τη διζωνική - δικοινοτική ομοσπονδιακή μορφή της επιδιωκόμενης λύσης. Έτσι, η Ομοσπονδία ήδη από τα έτη 1977 και 1979 καθίσταται επίσημα από την ε/κ πλευρά ως η μόνη μορφή λύσης ικανή να οδηγήσει σε τερματισμό της κατοχής και αποφυγή της διχοτόμησης. Η δέσμευση σε λύση Δ.Δ.Ο. επαναβεβαιώθηκε πάμπολλες φορές έκτοτε από την ε/κ πλευρά, με πιο γνωστή αυτή της ομόφωνης απόφασης του «Εθνικού Συμβουλίου» υπό το Πρόεδρο Βασιλείου το 1989, και καθιερώθηκε μέσα από τις εκάστοτε Εκθέσεις των Γενικών Γραμματέων του Ο.Η.Ε. και τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας μέχρι σήμερα.

Αντιδράσεις ως προς τη διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδιακή μορφή της επιδιωκόμενης λύσης δεν έχουν έκτοτε σταματήσει να παρατηρούνται από δυνάμεις και στις δύο πλευρές της γραμμής αντιπαράθεσης. Αντιδράσεις, οι οποίες εντείνονται παραμονές οποιωνδήποτε κρίσιμων εξελίξεων, όπως η παρούσα διαδικασία των «Απευθείας Συνομιλιών». Πέρα όμως, από τη πρόταξη (συζητήσιμων, ομολογουμένως) επιχειρημάτων για περιορισμό, μέσω αυτής της μορφής λύσης, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ποσοστού προσφύγων, η μικρή αυτή μερίδα της πολιτικής και εκκλησιαστικής ηγεσίας του τόπου δεν έχει καταθέσει οποιαδήποτε εναλλακτική - ρεαλιστική πρόταση, που να μην οδηγεί βέβαια στη διχοτόμηση.

Η ανακήρυξη από μέρους των Τουρκοκυπρίων και της Τουρκίας, στις 15.11.1983, των κατεχόμενων εδαφών σε «ανεξάρτητο κράτος», την «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου», παρά τη μη αναγνώριση της από τον ΟΗΕ και τη διεθνή κοινότητα, αποτέλεσε και αποτελεί εντούτοις, ουσιαστική παράμετρο στη διαδικασία εξεύρεσης λύσης. Ο λόγος προφανής: η δημιουργία ενός ομόσπονδου κράτους μπορεί να προέλθει είτε από τη συνένωση χωριστών κρατών (όπως συνέβη με τις λεγόμενες «κλασσικές» ομοσπονδίες του περασμένου και προπερασμένου αιώνα, όπως οι Η.Π.Α. η Γερμανία και η Ελβετία), είτε από την μετατροπή «ενιαίων» κρατών σε ομοσπονδιακά (Βραζιλία, Μεξικό, Ινδία κ.α.). Στη δεύτερη κατηγορία, το κράτος, το οποίο αποφασίζει για εσωτερικούς λόγους να μετεξελιχτεί σε Ομοσπονδία, συνεχίζει τη πορεία του και τα ομόσπονδα μέρη του (Πολιτείες ή «Συνιστώντα Κρατίδια») δεν έχουν οποιοδήποτε δικαίωμα νόμιμης αποχώρησης και ανεξάρτητης πορείας στη διεθνής πολιτική σκηνή. Πάγια θέση της ε/κ πλευράς στη προκειμένη περίπτωση, την οποία η κυβέρνηση Χριστόφια επανέλαβε κατά τη διάρκεια των «Απευθείας Συνομιλιών», είναι ότι το ενωμένο ομόσπονδο κράτος σε καμία περίπτωση δεν θα δημιουργηθεί από «Παρθενογένεση», αλλά θα αποτελεί μετεξέλιξη της υφιστάμενης Κυπριακή Δημοκρατίας. Αποτέλεσμα αυτής της θέσης είναι να μην τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα διαδοχής (διάλυσης κράτους και εμφάνιση νέου κράτους) και κατά συνέπεια να μην δημιουργούνται ούτε δικαιώματα με βάση το Διεθνές Δίκαιο, σε περίπτωση μεταγενέστερης απόσχισης του τ/κ συνιστώντος ομόσπονδου κράτους από τον κοινό συνεταιρισμό.

Παρά τα διάφορα σχέδια λύσης που ακολούθησαν και σημάδεψαν τη πορεία του Κυπριακού τα τελευταία τουλάχιστον 35 χρόνια, ουδέποτε μέχρι σήμερα οι δύο πλευρές έχουν καταλήξει επακριβώς στην εσωτερική μορφή διάρθρωσης του ομόσπονδου κράτους. Χαρακτηριστικότερα παραδείγματα αποτελούν οι «Ιδέες Γκάλι» το 1992 και φυσικά, η πλέον ολοκληρωμένη πρόταση λύσης που κατατέθηκε ποτέ από πλευράς του διεθνούς παράγοντα, το γνωστό Σχέδιο του Γ.Γ. του Ο.Η.Ε. κ.Κόφι Ανάν, το οποίο στη πέμπτη του εκδοχή καταψηφίστηκε από τους Ελληνοκυπρίους στα χωριστά Δημοψηφίσματα του 2004. Στα σχέδια αυτά, είναι εμφανής η προσπάθεια να γεφυρωθούν προβλήματα αλλά και η αμοιβαία καχυποψία των δύο πλευρών, καθώς και ζητήματα περισσότερο πρακτικά, όπως οι θεσμικές λειτουργίες στον τρόπο διακυβέρνησης· με προτάσεις όπως το «Προεδρικό Συμβούλιο», τα Κοινοβούλια και τη Γερουσία του νέου κράτους να εμφανίζονται με διαφορετικές εξουσίες και χαρακτηριστικά λειτουργίας σε κάθε εκδοχή του αντίστοιχου σώματος ή διοικητικού μηχανισμού. Η ίδια προσπάθεια είναι ακόμη πιο ξεκάθαρη στην παρούσα διαδικασία των «Απευθείας Συνομιλιών», η οποία βρίσκεται στη δεύτερη φάση της, με τις λεπτομέρειες που διαρρέουν από τις εκατέρωθεν προτάσεις και τα αποτελέσματα της δουλειάς των συνεργατών των δύο ηγετών στις «Τεχνικές Επιτροπές» και τις «Ομάδες Εργασίας» να αποδεικνύουν ταυτόχρονα και την αποφασιστικότητα των δύο πλευρών να γεφυρώσουν τις διαφορές τους.

Εντούτοις, παρά τη διακηρυγμένη βούληση της κυβέρνησης Χριστόφια για εξεύρεση λύσης, η θέση της ε/κ πλευράς παραμένει αδιαπραγμάτευτη ως προς τον ξεκάθαρο ομοσπονδιακό χαρακτήρα που θα πρέπει να έχει το νέο μόρφωμα. Η διασφάλιση της ειρηνικής συνύπαρξης Ε/Κ - Τ/Κ και κατ’ επέκταση, της οριστικής επανένωσης του νησιού δεν μπορεί να διαφυλαχθεί παρά μόνο με την αποφυγή στοιχείων που προσομοιάζουν σε Συνομοσπονδία. Εξ αντιδιαστολής, βασική προϋπόθεση αποτελούν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ομόσπονδου κράτους, τα οποία θα πρέπει να διατηρήσει στη μετεξέλιξή της η Κυπριακή Δημοκρατία. Ενδεικτικά, το ομόσπονδο κράτος να έχει μια κυριαρχία, μια ιθαγένεια και μια διεθνή προσωπικότητα. Αυτό σημαίνει ότι στο έδαφος της Κύπρου θα υπάρχει μόνο ένα υποκείμενο δικαίου με όλα όσα αυτό συνεπάγεται (δηλαδή την υπογραφή διεθνών συνθηκών, την εκπροσώπηση σε διεθνείς διακρατικούς οργανισμούς, τη δημιουργία διπλωματικών σχέσεων κ.ο.κ.). Μέσα σε αυτά τα πλαίσια συνίσταται και η θέση για μία Κεντρική Τράπεζα με ενιαία οικονομική πολιτική για όλη την κυπριακή επικράτεια. Εννοείται ότι, τυχόν σύναψη ή διατήρηση συμφωνιών που αφορούν δευτερεύοντες τομείς, όπως ο αθλητισμός, ο πολιτισμός ή θρησκευτικά θέματα, κάτι που συμβαίνει σε πολλά ομόσπονδα κράτη, δεν συνεπάγεται και χωριστή διεθνή προσωπικότητα. Εντούτοις, η κρατική ασφάλεια (εσωτερική και εξωτερική) δεν μπορεί να είναι ξεχωριστή, εξαιρουμένης τοπικής αστυνομίας στις δύο ομόσπονδες μονάδες-κρατίδια, με συγκεκριμένες εξουσίες και δυνατότητες. Πέρα από την αντιμετώπιση πρακτικών δυσκολιών που προκύπτουν από τη δεδηλωμένη διζωνικότητα και τη δικοινοτικότητα του κράτους, η ενότητα εδάφους και λαού θα πρέπει να διασφαλιστεί. Η διοίκηση των ομόσπονδων μονάδων από την κάθε κοινότητα αντίστοιχα δεν θα πρέπει σε καμιά περίπτωση να μετατρέψει τα «σύνορα» από διοικητικά σε διακρατικά.

Τα πιο πάνω δεν αποτελούν παρά ενδεικτική σύντομη κατάδειξη του περιεχομένου μιας ομοσπονδιακής λύσης του κυπριακού προβλήματος, όπως αυτή έχει περιγραφεί όλα αυτά τα χρόνια μέσα από τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών. Πενήντα χρόνια μετά την ίδρυση του κυπριακού κράτους και τριανταπέντε μετά τη de facto διχοτόμηση του νησιού, δεν υπάρχει περιθώριο άλλης αποτυχίας. Η ορολογία πολλές φορές αποτελεί άλλοθι για την μη εξεύρεση κοινής γλώσσας· η επιμονή στη λύση της Ομοσπονδίας ωστόσο, είναι η μόνη που μπορεί να μας εγγυηθεί τη μελλοντική διαφύλαξη της ενότητας και ομαλότητας στο τόπο μας. Τυχόν εκτροπή από διακηρυγμένες αρχές λύσης θα αποτελεί ένα μόνιμα απρόβλεπτο κίνδυνο και αστάθμητο παράγοντα στις μακροχρόνιες προσπάθειες του κυπριακού λαού να υπερβεί την απουσία της μίας κοινότητας από τη καθημερινή ζωή της άλλης και να οδηγηθεί στην εξασφάλιση της μόνιμης ειρήνης και κοινωνικής ευημερίας στο τόπο.

Add comment