Το πρόβλημα των ναρκωτικών είναι σίγουρα πολυδιάστατο και πολυεπιστημονικό. Αποτελεί ένα από τα σοβαρότερα κοινωνικά προβλήματα της εποχής μας, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ιατρική και δη τη ψυχιατρική, ιδίως μετά την παγίωση της θεώρησης του τοξικομανούς ως ασθενούς, σκιάζει μεγάλο μέρος του ποινικού μας δικαίου αφού διάφορες πράξεις συνδεδεμένες με αυτά αντιμετωπίζονται με ποινικές κυρώσεις και αποτελεί σε τελική ανάλυση μια από τις πιο ειδεχθείς συνέπειες της κοινωνίας του απανθρωπισμού, της απομόνωσης, της έλλειψης αξιών και του μηδενισμού.
Η προσπάθειά μας για εντρύφηση στο ζήτημα των ναρκωτικών δεν θα μπορούσε παρά να είναι αποσπασματική, αδυνατώντας να εστιάσει μέσα στις λίγες σελίδες αυτού του περιοδικού στις πολυποίκιλες εκφάνσεις του. Δεν είναι άλλωστε, αυτός ο σκοπός μας. Θα ήταν δε, το ολιγότερο αφελές να διατηρούμε πεποίθηση δυνατότητας κάλυψης του φαινομένου και πρόσδοσης λύσεων στα ποικιλότροπα προβλήματα που δημιουργεί.
Η πολυδιάστατη υφή του προβλήματος απαιτεί τη συνεργασία μεταξύ διαφόρων επιστημονικών κλάδων. Με κέντρο τον Άνθρωπο και με απόλυτο σεβασμό στην αξία του, με επίταση των άρτι διαμορφούμενων στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων θετικών υποχρεώσεων του κράτους, την κατάταξη του ανθρώπου πέρα από επιταγές δημόσιας πολιτικής και τη διαφύλαξη της θεμελιώδους νομικής αρχής «ουδεμία ποινή χωρίς ενοχή», η Πολιτεία υπέχει υποχρέωση στην οργάνωση ενός κρατικού δικτύου υπηρεσιών που θα συντονίζονται μεταξύ τους για να ανταποκριθούν στις ανάγκες της πρόληψης, της θεραπείας, της μείωσης της βλάβης και της κοινωνικής επανένταξης των αποθεραπευμένων και/ή μη τοξικομανών. Η συνειδητοποίηση της σοβαρότητας του φαινομένου οδήγησε την Κύπρο στην εκπόνηση της πρώτης Εθνικής Στρατηγικής για τα Ναρκωτικά 2004-2008, της οποίας η εν ισχύ Στρατηγική 2009-2012 αποτελεί συνέχεια. Οι προσπάθειες αυτές, αποτέλεσμα διαλόγου όλων των εμπλεκόμενων με το θέμα φορέων αποτελούν τα αρχικά εγχειρήματα της Κύπρου στη χάραξη μιας ολιστικής πολιτικής για την ουσιοεξάρτηση ξεσκεπάζοντας σιγά-σιγά το πρόβλημα που επιμελώς έκρυβαν τα δάκτυλά μας, ορίζοντάς το στις πραγματικές του διαστάσεις και αναγνωρίζοντας την πολυπαραγοντικότητά του, θέτοντας τα θεμέλια μιας συντονισμένης και πολυεστιακής αντιμετώπισης του φαινομένου.
Η αντιμετώπιση βεβαίως μπορεί να έχει διάφορες όψεις. Η θεραπεία είναι σίγουρα η μια όψη. Ο εξαρτημένος χρήστης απαιτεί την εκδήλωση της ελάχιστης εκείνης κοινωνικής πρόνοιας που δύναται να του προσφέρει την επιλογή της «κάθαρσης». Το κράτος οφείλει να δημιουργήσει τους κατάλληλους μηχανισμούς για συστηματική δράση στον τομέα της απεξάρτησης, τόσο της σωματικής όσο και της ψυχολογικής, στη βάση μιας «καλά οργανωμένης και επιστημονικά τεκμηριωμένης πολιτικής, μακριά από ερασιτεχνισμούς, αφορισμούς και ταμπού» ως μια ελάχιστη συνδρομή στα, υπό μια άποψη, θύματα της ανεπάρκειας των δομών του.
Από την άλλη, η ψυχολογική εξάρτηση μας φέρνει αντιμέτωπους με τα γενεσιουργά αίτια του φαινομένου, επιβάλλει μια πολυεστιακή θεραπευτική προσέγγιση του εξαρτημένου, δρούσα σε όλες τις παραμέτρους του προβλήματος και καλεί Κοινωνία, Πολιτεία, Εκκλησία, σε δράση ολικής αναμόρφωσης του κοινωνικού κατεστημένου και επαναφοράς κινήτρων στη βάση των ορθών αξιών και ιδανικών, του διαλόγου, του ρεαλισμού και της αλληλοαποδοχής .
Σε αυτή την ενότητα επιχειρείται μια προσπάθεια κατανόησης των εννοιών που αφορούν στην «εξάρτηση», αφού η τελευταία αποτελεί κεντρική έννοια του όλου προβλήματος, η δε γνώση της προϋπόθεση κατανόησης και βάση για συζήτηση του κεφαλαίου «Ναρκωτικά» σε όλες του τις εκφάνσεις. Η σκιαγράφηση δε, της κατάστασης της Κύπρου μέσα από τα δεδομένα του ΕΚΤΕΠΝ αποτελεί τη βασική γνώση για την απαρχή της συζήτησης. Από την άλλη η έννοια της μείωσης της βλάβης, ιδωμένη υπό το φως ενός εναλλακτικού κειμένου, προβληματίζει και προκαλεί συζητήσεις. Είναι η «καταπολέμηση» του φαινομένου των ναρκωτικών η σωστή οπτική γωνία να το αντιμετωπίσουμε ή μήπως πρέπει να αναζητήσουμε τη λύση σε άλλους δρόμους περισσότερο ίσως, ρεαλιστικούς και βασισμένους στην ανοχή της διαφορετικότητας; Μήπως το τρίπτυχο πρόληψη - θεραπεία - καταστολή θα πρέπει να αναμορφωθεί στα πλαίσια μιας ρεαλιστικής θεώρησης των πραγμάτων και αναζήτησης πραγματιστικών στόχων πέρα από φανφάρες άκρατης ηθικολογίας και πολιτικής επιδειξιομανίας; Οι βιωματικές δε, εμπειρίες τεσσάρων πρώην τοξικομανών που περάτωσαν με επιτυχία το θεραπευτικό πρόγραμμα της «Αγίας Σκέπης» προβάλλουν όσο πιο άμεσα και ανθρώπινα γίνεται μιαν άλλη, εκ των έσσω, πτυχή του προβλήματος.
Όλα αυτά μαζί αποτελούν απλά την αρχή μιας μακράς συζήτησης που έπεται…
Συντακτική Ομάδα
Σεπτέμβριος 2009