του Λάκη Χριστοδούλου
Δικηγόρου
Αυτές οι γραμμές γράφονται παραμονές της έναρξης του δεύτερου γύρου των «Απευθείας Συνομιλιών», την ίδια ώρα που τα όσα συντελέστηκαν κατά το πρώτο γύρο των συνομιλιών παρατηρείται να προβάλλονται από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης αυτούσια, διαφοροποιημένα ή και διεστραμμένα, όπως κατ’ επανάληψη καταγγέλλεται από τους κυβερνώντες, με την αβεβαιότητα, τη σύγχυση και την επιφυλακτικότητα να είναι τα κυρίαρχα συναισθήματα που επικρατούν μέσα στη Ελληνοκυπριακή κοινωνία ως προς την θετική κατάληξη (και) αυτής της προσπάθειας επίλυσης του προβλήματος.
Η εντύπωση αυτή στη κοινή γνώμη δεν είναι καθόλου επίπλαστη, ούτε αποκλειστικά προϊόν της φαντασίας των δημοσιογράφων ή της πολιτικής στάσης των εργοδοτών τους απέναντι στη παρούσα κυβέρνηση και στη διαδικασία για εξεύρεση λύσης που ανάλαβε. Μια σειρά συγκυριών, παραγόντων, πράξεων και συμπεριφορών των πρωταγωνιστών αυτής της χημικής εξίσωσης που ονομάζεται «διαδικασία επίλυσης του κυπριακού προβλήματος» κρατούν τους άμεσα ενδιαφερομένους, τους πολίτες του αυριανού κοινού κράτους, σε μια διαρκή κατάσταση αμφισβήτησης, καχυποψίας αλλά και δυσπιστίας απέναντι στην εν εξελίξει διαδικασία και το αποτέλεσμα της.
Καταρχήν, κατά παράδοξο τρόπο, και από τους ίδιους τους δύο συμμετέχοντες στη διαδικασία «εξεύρεσης λύσης από τους Κύπριους για τους Κύπριους», καταγράφονται δύο τελείως διαφορετικές εκτιμήσεις, με την τουρκοκυπριακή διαπραγματευτική ομάδα να δηλώνει ακόμη αισιόδοξη για την εξεύρεση λύσης και μάλιστα σύντομα (!) και αντίθετα τον πρόεδρο Χριστόφια να κρατά χαμηλά τους τόνους. Παράλληλα, η στάση των «τρίτων» στη διαδικασία για «εξεύρεση λύσης από τους Κύπριους για τους Κύπριους» αφήνει ανοικτά πολλά και αντίθετα πιθανά σενάρια για την εξέλιξη και την κατάληξη αυτής της «ύστατης», όπως έχει χαρακτηριστεί, προσπάθειας για επίλυση του χρόνιου πολιτικού προβλήματος. Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, Ευρωπαϊκή Ένωση, Εγγυήτριες Δυνάμεις και φυσικά οι παραδοσιακοί παίχτες στο διεθνές πολιτικό σκηνικό, Ηνωμένες Πολιτείες και Ρωσία, παίζουν ή έστω επιδιώκουν να παίξουν ο καθένας το ρόλο του (και) σε αυτή τη διαδικασία συνομιλιών. Ταυτόχρονα, τα χρονικά ορόσημα, του Δεκέμβρη για την αξιολόγηση της ενταξιακής πορεία της κατοχικής Τουρκίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, και ακολούθως των προγραμματισμένων εκλογών για την ανάδειξη του ηγέτη της τουρκοκυπριακής κοινότητας λίγους μήνες αργότερα (με αναμενόμενη την υπερίσχυση των εθνικιστικών δυνάμεων με επικεφαλής τον κ. Έρογλου), αποτελούν από μόνα τους σημεία αναφοράς σε σχέση με την εν εξελίξει διαδικασία.
Από την άλλη, στο εσωτερικό μέτωπο της ελληνοκυπριακής πλευράς, παρατηρείται, για πρώτη φορά από την ανάληψη της προεδρίας από το Δημήτρη Χριστόφια και την έναρξη της παρούσας διαδικασίας, μια όξυνση του πολιτικού διαλόγου με έντονη αντιπολιτευτική διάθεση ως προς τους αναλαμβανόμενους στρατηγικούς χειρισμούς του Προέδρου. Πέρα από τις, εν πολλοίς αναμενόμενες, αντιδράσεις εντός του «μετώπου» της συγκυβέρνησης, παρατηρείται πλέον και μια πρωτόγνωρη αντίδραση από πλευράς του δεύτερου μεγάλου κόμματος του τόπου, με το Δημοκρατικό Συναγερμό να διαχωρίζει όλο και εντονότερα τη θέση του από τους χειρισμούς του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Ο αντίκτυπος αυτού του έντονου, πολυεπίπεδου και πολύπλευρου πολιτικού παιγνιδιού καθρεφτίζεται έντονα στις αντιδράσεις της ελληνοκυπριακής κοινής γνώμης σε κάθε καινούργιο ερέθισμα, ουσιαστικό ή επουσιώδες, πραγματικό ή μη, με χαρακτηριστικότερο, μέχρι στιγμής, παράδειγμα τη πρόσφατη ματαίωση της επίσκεψης των κατοίκων της Τυλληρίας στην κατεχόμενη εκκλησία του Αγίου Μάμα μέσω του οδοφράγματος του Λιμνίτη. Τέτοιες αντιδράσεις, δίκαιολογημένες ή όχι, έρχονται να προστεθούν και να ενισχύσουν μια καλά εδραιωμένη για δεκαετίες συντηρητική και/ή φοβική, ως προς τη αρμονική συνύπαρξη με το σύνοικο στοιχείο, νοοτροπία μέσα στην ελληνοκυπριακή κοινότητα, καθιερωμένη από ή μέσω θεσμών όπως η Παιδεία, η Εκκλησία και ο Στρατός. Το δεδομένο αυτό δημιουργεί εκ προοιμίου μια απαισιόδοξη προδιάθεση ως προς τις προοπτικές επιτυχίας κάθε νέας προσπάθειας για καλλιέργεια μέσα στην ελληνοκυπριακή κοινωνία «κουλτούρας συμβίωσης» ή ακόμη περισσότερο «κουλτούρας λύσης». Ενδεικτικές είναι οι έντονες αντιδράσεις μέρους της κοινής γνώμης, οι οποίες εμφανίζονται πολλές φορές συντονισμένες μέσα από οργανωμένους φορείς, συνδικαλιστικές οργανώσεις και σωματεία, σε παρεμφερή θέματα που αφορούν αλλαγές στην Εκπαίδευση αλλά ακόμη και στο τομέα του Πολιτισμού και των αξιών που προάγονται μέσα από αυτούς τους τομείς κοινωνικής δραστηριότητας.
Τριανταπέντε χρόνια μετά την τραγωδία του 1974 και τη τραυματική διχοτόμηση του νησιού και του λαού του, τριάντα και πλέον χρόνια μετά τις συμφωνίες κορυφής Μακαρίου - Ντενκτάς και Κυπριανού – Ντενκτάς και την αποδοχή ως επιδιωκόμενης μορφής λύσης του προβλήματος τη διζωνική δικοινοτική Ομοσπονδία, αμφισβητείται κατά πόσον οι Ελληνοκύπριοι έχουν πραγματικά συνειδητοποιήσει και αποδεχτεί αυτό τον οδυνηρό συμβιβασμό και έχει αναπτύξει νοοτροπία συνδιαχείρισης του τόπου με τους Τουρκοκυπρίους. Οι συμπεριφορές που παρατηρούνται επί του παρόντος μέσα στην ελληνοκυπριακή κοινότητα και το συνολικό πολιτικό κλίμα που επικρατεί, παρά τη διακηρυγμένη κατ’ επανάληψη πολιτική βούληση της κυβέρνησης Χριστόφια για δημιουργία «κουλτούρας λύσης», δεν μας αφήνει πολλά περιθώρια να διαπιστώσουμε ότι επικρατεί μια τέτοια νοοτροπία.
Τούτο δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι πρέπει να σταματήσουν οι όποιες προσπάθειες καλλιέργειας, έστω και την υστάτη, κουλτούρας ειρηνικής συμβίωσης με το σύνοικο στοιχείο. Ένας διάλογος που θα έπρεπε να είχε διεξαχθεί προ πολλού και στη βάση επιχειρημάτων, μακριά από κηρύγματα μισαλλοδοξίας και φανατισμό. Ένας διάλογος ο οποίος καταρχήν θα πρέπει να στηρίζεται και να πηγάζει από το δεδομένο ότι, με τον ένα τρόπο ή τον άλλο τρόπο, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι είμαστε υποχρεωμένοι να ζήσουμε μαζί σ’ αυτό το τόπο. Και για το λόγο αυτό πρέπει να συνεχίζουμε να τονίζουμε πεισματικά την εμμονή μας στην ανάγκη συνέχισης και προαγωγής του διαλόγου μέσα στην κοινωνία μας. Εύλογα ένας τέτοιος διάλογος δεν μπορεί παρά να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αποδεχόμενοι τη συνύπαρξη με τους Τουρκοκύπριους, ως ισότιμους εταίρους μέσα στα πολιτειακά όρια ενός κοινού κράτους, δεν απεμπολούμε σε καμία περίπτωση την εθνική μας ταυτότητα και ότι αυτή συνεπάγεται. Θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι την επόμενη μέρα μιας πιθανής λύσης η περηφάνια μας ως Ελληνοκυπρίων ως προς τη καταγωγή, τα ήθη, τα έθιμα ή τις θρησκευτικές μας παραδόσεις δεν θα απειληθεί ούτε κατ’ ελάχιστον.