Αρχές Σεπτεμβρίου οι δρόμοι της «ευρωπαϊκής συνοικίας» των Βρυξελλών αρχίζουν να γεμίζουν ξανά. Η επαναδραστηριοποίηση των «ευρωκρατών» μετά τις θερινές διακοπές του Αυγούστου, παρακολουθεί νωθρά μια βαρυφορτωμένη ατζέντα με την εκλογή του (νέου;) Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, και συνεπακόλουθα της ομάδας των Επιτρόπων, μια δεύτερη ευκαιρία (!) στην Ιρλανδία για την επικύρωση της Συνθήκης της Λισαβόνας, την μεταρρύθμιση της ευρωπαϊκής Πολιτικής Ασύλου αλλά και την ευρύτερης γεωγραφικής και πολιτικής σημασίας επερχόμενη Διάσκεψη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για τις Κλιματικές Αλλαγές τον Οκτώβριο στην Κοπεγχάγη.
Παρά την προφανή σημασία τους, τα ζητήματα αυτά δεν αποτελούν κατ’ ανάγκην αιτία έντασης σε πολιτικό επίπεδο, παρότι συμπίπτουν χρονικά και με τρεις σημαντικές εθνικές εκλογικές αναμετρήσεις (Γερμανία, Πορτογαλία, Ελλάδα). Αν συνυπολογιστούν και οι συνέπειες της μέχρι τώρα διαχείρισης της οικονομικής κρίσης, κάποιος θα ανέμενε ένα θερμό φθινόπωρο στην πρωτεύουσα της Ευρώπης. Εν τούτοις, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν αναμένονται ούτε αλλαγές, ούτε ανατροπές· ο Wilfried Martens (Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος) δήλωσε ότι οι τρεις πολιτικές οικογένειες (Ευρωπαϊκή Δεξιά, Σοσιαλδημοκράτες και Φιλελεύθεροι) που ίδρυσαν την Ευρώπη (sic) είναι υποχρεωμένες να συνεχίσουν να συνεργάζονται, τοποθέτηση που υποδεικνύει ότι οι συνήθεις συμβιβασμοί στη λειτουργία του Οργάνου θα συνεχίσουν να υφίστανται, με γνώμονα περισσότερο την ενίσχυση του ρόλου του στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων στις Βρυξέλλες παρά την προώθηση πανευρωπαϊκών πολιτικών προγραμμάτων.
Δεν μπορεί όμως, μια τέτοια προσέγγιση να επισκιάσει το γεγονός ότι το αποτέλεσμα των εκλογών του Ιουνίου για την ανάδειξη των Μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επιφύλασσε εκπλήξεις, όσον αφορά στη διαμόρφωση των ισορροπιών μεταξύ των πολιτικών ομάδων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η Αριστερά στην Ευρώπη απέτυχε, κατά γενική ομολογία, «να κεφαλαιοποιήσει τις επιπτώσεις της πολιτικής διαχείρισης μιας οικονομικής κρίσης κομμένης και ραμμένης στα μέτρα όσων ασκούν κριτική στην ελεύθερη αγορά» (ECONOMIST, Ιούνιος). Η ευρωπαϊκή «προοδευτική» πολιτική οικογένεια φαίνεται ότι αρκέστηκε στην κριτική του συστήματος, όταν την ίδια στιγμή η κεντρο-δεξιά ανασυντάχθηκε πίσω από το παλιό, καλό σύνθημα «κάθε κρίση και μια ευκαιρία» (για δομικές αλλαγές και μεταρρύθμιση, λένε κάποιοι, για απελευθέρωση της αγοράς και πλήρη απορρύθμιση, λένε άλλοι).
Είναι γεγονός βέβαια, ότι η εκλογική υποχώρηση των κεντρο-αριστερών, ως επί το πλείστον, πολιτικών σχηματισμών, οι οποίοι μέχρι τις αρχές της δεκαετίας βρίσκονταν στην εξουσία, δεν αποτελεί σημείο αναστροφής των κοινωνικοπολιτικών τάσεων αλλά μάλλον συνέχειά τους. Ελάχιστοι αισθάνονται την ανάγκη εκ των υστέρων να υπερασπιστούν τις πολιτικές του «Τρίτου Δρόμου» (πρόχειρα ανακαλούμε τα Third Way, Die Neue Mitte, Εκσυγχρονισμός και Μεταρρύθμιση) που φαίνεται να έχουν εξαντλήσει τις προοπτικές τους, όμως κανένα νέο πολιτικό πρόγραμμα διακυβέρνησης από την Αριστερά δεν έχει αναδειχθεί την τελευταία πενταετία, αφού ούτε το σκανδιναβικό μοντέλο υιοθετήθηκε στην ηπειρωτική Ευρώπη.
Είναι φανερό ότι η ευρωπαϊκή Αριστερά αμφιταλαντεύεται αυτή τη στιγμή μεταξύ των παραδοσιακών ομάδων στη βάση της και των ευρύτερων κοινωνικών συμμαχιών, απαραίτητων για τα εν δυνάμει κόμματα εξουσίας που επιδιώκουν να κυβερνήσουν στο όνομα της πλειοψηφίας. Δύο στοιχεία που δεν είναι ασυμβίβαστα, απαιτούν όμως, μια νέα στρατηγική και ένα νέο όραμα. Η Αριστερά στην Ευρώπη χρειάζεται ανασύνταξη για να μπορέσει να (συν)διαμορφώσει την κοινωνική, πολιτική και οικονομική πραγματικότητα που δοκιμάζει νέες υπερεθνικές δομές. Είναι έτοιμη;
Ακολουθούν τρία εξόχως ενδιαφέροντα κείμενα που παρατηρούν και αναλύουν την πολιτική συμπεριφορά αλλά και τις προοπτικές της ευρωπαϊκής (και διεθνούς) Αριστεράς.
Συντακτική Ομάδα
Σεπτέμβριος 2009