Το Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1947, κλήθηκαν για κατάθεση σε σχέση με κομμουνιστικές δραστηριότητες από την Επιτροπή για Αντιαμερικανικές Δραστηριότητες του Κογκρέσου των ΗΠΑ, 41 άτομα από το χώρο του κινηματογράφου στις ΗΠΑ. Ανάμεσα σε αυτούς και ο Γερμανός θεατράνθρωπος Μπέρτολτ Μπρεχτ. Μαρτυρίες αναφέρουν ότι κατά τη διάρκεια της κατάθεσής του, ο Μπρεχτ κάπνιζε ένα βρωμερό πούρο που προκάλεσε πονοκέφαλο σε πολλούς παρευρισκόμενους, ενώ στα πρακτικά της συνεδρίασης καταγράφεται η περιπαιχτική του διάθεση απέναντι στην Επιτροπή, τα σχόλια που έκανε σχετικά με την κατανόηση των ερωτήσεων (ισχυριζόμενος ότι δεν καταλάβαινε Αγγλικά) και ότι το έργο των μεταφραστών που προσπάθησαν να διευκολύνουν το διάλογο δεν ήταν αποτελεσματικό. Η «κατάθεσή» του είχε ως συνέπεια το μαυροπινακισμό του από τη βιομηχανία ταινιών των ΗΠΑ, μαζί με άλλους συναδέλφους του, σκηνοθέτες, ηθοποιούς, συγγραφείς κλπ. Στις 31 Οκτωβρίου 1947 φεύγει για την Ευρώπη, όπου συνεχίζει το έργο του.
Ο Μπρεχτ κατακρίθηκε για την απόφασή του να εμφανιστεί μπροστά στην Επιτροπή, αφού 10 άλλοι συνάδελφοί του είχαν αρνηθεί την πρόσκληση να καταθέσουν και μαυροπινακίστηκαν άμεσα. Η παρουσία του και η «κατάθεσή» του στην Επιτροπή ήταν όμως, χαρακτηριστικά της προσωπικής του φιλοσοφίας. Έλεγε στα μούτρα των ανακριτών ότι είμαι εδώ μπροστά σας, μόνο και μόνο για να σας εξευτελίσω, εσάς και τον άθλιο θεσμό σας, επιδεικνύοντας το χάσμα στην επικοινωνία. Και το έκανε με τον τρόπο που ήξερε καλύτερα: μέσα από την τέχνη του, προτάσσοντας την τεχνική της αποστασιοποίησης στο ultimate performance space, το δικαστήριο του φόβου της bourgeois, ψυχροπολεμικής αμερικανικής συνείδησης.
Τα δικά μας, μικρά καθημερινά δικαστήρια δεν έχουν τη μυρωδιά του πούρου, δεν ηχούν φωνές, ούτε καν χλευαστικά σχόλια. Ο μόνος ήχος προέρχεται από τα στυλό που υπογράφουν συμβόλαια, συμφωνητικά, πρακτικά και συμφωνίες. Κυρίαρχη ιδεολογία αποτελεί το «σιωπάτε να περάσουμεν» που ως μόνο αποτέλεσμα έχει την άνευ όρων παράδοση της κοινότητας των καλλιτεχνών και ανθρώπων των γραμμάτων στο κυρίαρχο κοινωνικό και οικονομικό status quo. Έτσι, και η κοινωνία η ίδια –όχι μόνο οι άρχοντες- καταχωρεί την ομάδα αυτή στις τάξεις των ακίνδυνων παρισταμένων στο δημόσιο διάλογο.
Τα δικά μας δικαστήρια -τα θέατρα, οι γκαλερί, οι αίθουσες χορού, οι κινηματογράφοι- παραμένουν ήσυχα, πεντακάθαρα και ατσαλάκωτα. Είμαστε υπάκουοι στις εντολές των τεχνοκρατών και των πολιτικών, φοβούμενοι μήπως δυσαρεστήσουμε τους κοινωνικούς και πολιτικούς μας άρχοντες, μήπως βρεθούμε στο λάθος στρατόπεδο και σταματήσουν να μας τροφοδοτούν με τα ψίχουλα που τους περισσεύουν.
Στα μικρά μας καθημερινά δικαστήρια, αν ανάψουμε όλοι από ένα βρωμερό πούρο, ίσως κάποιος τελικά ενοχληθεί από το σύννεφο καπνού πάνω από τα κεφάλια μας.
της Ελλάδας Ευαγγέλου