Ως φοιτητές, πηγαίναμε κάποιο βράδυ σε κάτι σκοτεινά υπόγεια στις ύποπτες πόλεις που σπουδάζαμε (τη ζωή κυρίως), πίναμε φτηνό κρασί και βλέπαμε ένα αυτοσχεδιαστικό χοροθέατρο με θέμα τη ζωή του πρώτου Σαουδάραβα τραβεστί και φεύγαμε ανάλογα εντυπωσιασμένοι / αηδιασμένοι / κακοκαρδισμένοι / βαρεμένοι. Την επομένη, στεκόμασταν γραμμή για 2 ώρες μεσ’ το ψοφόκρυο για να πάρουμε τα φτηνά φοιτητικά μας εισιτήρια και φορώντας τα πιο εντυπωσιακά μας ρούχα πηγαίναμε στο πιο χλιδάτο θέατρο της πόλης για να δούμε το τελευταίο wow μιούζικαλ και φεύγαμε ανάλογα εντυπωσιασμένοι / αηδιασμένοι / κακοκαρδισμένοι / βαρεμένοι.
Και περίπου έτσι πέρασαν τα φοιτητικά μας χρόνια.
Α-διάκριτα.
Μόνο όταν μεγαλώσαμε και αγοράσαμε (εμείς ή οι γονείς μας) πραγματικές Λουί Βιτόν μάθαμε πώς να κάνουμε τη διάκριση μεταξύ καλής και κακής τέχνης, καλού και κακού θεάτρου (μαζί με άλλες διακρίσεις που εμπεδώσαμε). Μαζί με το πιάσιμο του κ*** που σου επιβάλλει η αγορά μιας τσάντας με κάμποσα πανομοιότυπα γράμματα πάνω της (άλλα ίσια και άλλα ανάποδα), ήρθε ξαφνικά και η συνειδητοποίηση ότι αφού αποφοιτήσαμε, είναι καιρός πια να είμαστε σοβαροί και για την τέχνη που βλέπουμε. Φτάνει πια σκοτεινά θεατρικά υπόγεια, γκαλερί που την ημέρα λειτουργούν ως καφετέριες, performance έργων γραμμένων από ομάδες φοιτητών: τώρα πια βάζουμε τα καλά μας, πιάνουμε την τσάντα - «εφιάλτη του δυσλεξικού», παρκάρουμε στο πλησιέστερο πεζοδρόμιο και βλέπουμε έργο ρεπερτορίου, από αναγνωρισμένο θίασο, με τους ίδιους παρηγορητικά ομοιόμορφους ηθοποιούς, συναντώντας στην πορεία από και προς την είσοδο ένα σωρό γνωστούς (ω, καλή μου, μα τι κάμνεις εσύ δαμέ; Χαιρετισμούς στη μάμμα σου!)
Ο παγκοσμιολάτρης Peter Brook ορίζει το θέατρο ως ένα γεγονός (ανα)παράστασης, για το οποίο χρειάζονται τουλάχιστον ένας θεατής και ένας ηθοποιός. Απλός ο ορισμός και με επιτυχία διασφαλίζει τη θέση των δύο συντελεστών στην εξίσωση. Αυτό όμως που δεν καθορίζεται από τον Brook είναι η θέση του ενός συντελεστή σε σχέση με τον άλλο. Πως πλησιάζει ο θεατής το θέαμα, σε ποιο βαθμό τον ορίζει και τον στιγματίζει; Ποια η σχέση του δημιουργού με το θεατή, σε ποιο σημείο αφουγκράζεται ο πρώτος το δεύτερο και σε ποιο σημείο επηρεάζονται οι επιλογές του;
Οι μόνες απαντήσεις που μπορώ να σκεφτώ φιλτράρονται μέσα από την ανάμνηση του σκοτεινού υπόγειου, όπου (ως καλλιτέχνης ή ως θεατής) ένιωθα, σχεδόν έβλεπα, την ανάσα του απέναντι. Και αυτό μου πρόσφερε παρηγοριά, δεν ήμουν πια μόνη μου, άσχετα αν βρισκόμουν στο φως ή στο σκοτάδι.
Της Ελλάδας Ευαγγέλου, Δραματουργού