Στα πλαίσια εισηγήσεων για «συμβιβασμό» στο θέμα της ανοχής του καπνίσματος σε κοινόχρηστους χώρους, αναφέρονται ενδεχόμενα όπως η δημιουργία ειδικών χώρων «μόνο για καπνιστές», είτε ως χώρων αναψυχής που να απευθύνονται αποκλειστικά και μόνο σε καπνιστές, είτε ως ξεχωριστά δωμάτια σε τέτοιους χώρους. Η υπόθεση πίσω από αυτή τη λογική είναι ότι όλα τα άτομα μπορούν και είναι σε θέση να επιλέξουν συνειδητά αν θα βρεθούν σε χώρο με καπνό ή ελεύθερο από καπνό.
Τέτοιες εισηγήσεις είναι θεμελιωδώς προβληματικές από την άποψη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των αρχών της κοινωνικής ισότητας. Στην πράξη, οι συμπεριφορές μας σε θέματα υγείας δεν μπορούν να αποτελούν πάντα αποτέλεσμα συνειδητής επιλογής. Οι συμπεριφορές μας δεν είναι ούτε απλές, ούτε ξεκάθαρες, ούτε όσο ελεύθερες μπορεί να νομίζουμε, αλλά υπόκεινται σε πολυδιάστατες ψυχοκοινωνικές επιρροές και κοινωνικές ισορροπίες. Αυτό είναι κάτι που γνωρίζουν πολύ καλά οι ειδικοί που ασχολούνται με θέματα που αφορούν τις συμπεριφορές της υγείας αλλά και με θέματα που αφορούν τη διασφάλιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα οποία περιλαμβάνουν, ας μην ξεχνάμε, ως ένα από τα βασικότερα ανθρώπινα δικαιώματα, το δικαίωμα της διασφάλισης της υγείας όλων των πολιτών. Δε χρειάζεται βέβαια ιδιαίτερα εξειδικευμένη ή ακαδημαϊκή γνώση για να κατανοήσει κάποιος τις βασικές αρχές που οδηγούν σε αυτό το συμπέρασμα. Η υπόθεση ότι κάποιος μπορεί να βρεθεί σε χώρο καπνιστών μόνο ως αποτέλεσμα συνειδητής επιλογής, και όχι άλλων κοινωνικών πιέσεων, και έτσι μπορεί να τεθεί στην πράξη, θέμα επιλογής, είναι λογικά εσφαλμένη, όπως μπορεί να το παρατηρήσει ο κάθε σκεπτόμενος πολίτης που νοιάζεται για θέματα κοινωνικής ισότητας και δικαιοσύνης. Αν εφαρμοστεί μια λύση φαινομενικού «συμβιβασμού» όπως προτείνεται, τις δυσμενέστερες επιπτώσεις θα τις υποστούν τα πιο ευάλωτα στρώματα του πληθυσμού, όπως μειονότητες, νέοι και παιδιά, γυναίκες, και άτομα από χαμηλότερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα, που έχουν και τη λιγότερη πολυτέλεια συνειδητής επιλογής για το χώρο στον οποίο θα βρεθούν ή θα εργαστούν.
Οι επιλογές δε θα είναι πραγματικές. Δε μπορούμε να θεωρούμε ότι, στην πράξη, όλα τα άτομα είναι σε θέση να λαμβάνουν και να υιοθετούν συνειδητές επιλογές σύμφωνα με το αν είναι καπνιστές ή όχι. Η δημιουργία ξεχωριστών χώρων, είτε θα διαχωρίσει τον πληθυσμό, είτε θα συμβιβάσει τις επιλογές των μη καπνιστών στην αποφυγή του παθητικού καπνίσματος. Αντίθετα, η καθολική απαγόρευση του καπνίσματος σε κοινόχρηστους χώρους, δεν προσβάλλει κανένα «δικαίωμα» καπνιστή να καπνίσει σε χώρους, όπου δεν παρεμβαίνει με το δικαίωμα τρίτων στην υγεία. Ας μην ξεχνάμε ότι τα πολιτισμένα κράτη είναι πια ευαισθητοποιημένα ως προς τα κοινωνικά φαινόμενα που ευθύνονται για τη δυσμενέστερη κατάσταση της υγείας των πιο ευάλωτων κοινωνικών στρωμάτων, και στοχεύουν σε μέτρα που να προστατεύουν και προάγουν συνειδητά των υγεία τέτοιων ευάλωτων ομάδων μαζί με όλο τον πληθυσμό. Ας συνειδητοποιήσουν λοιπόν οι πολιτικοί χώροι που παραδοσιακά υπερασπίζονται τα δικαιώματα της εργατικής τάξης και των ευάλωτων στρωμάτων του πληθυσμού, την ευθύνη που έχουν να πρωτοστατήσουν στην καθολική προστασία και διασφάλιση του δικαιώματος στην υγεία…
Η Μαργαρίτα Καψού είναι Υποψήφια Διδάκτωρ στο Τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου.
Η Μαρία Καρεκλά είναι Εγγεγραμμένη Κλινική Ψυχολόγος, και Επίκουρη Καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας.
Οι συγγραφείς έχουν ειδίκευση στην Ψυχολογία της Υγείας, και τα τελευταία χρόνια διεξάγουν ερευνητικά έργα για το κάπνισμα.
Των Μαργαρίτας Καψού, Μ.Α. & Μαρίας Καρεκλά, Ph.D.