logo

Η επιείκια της Ιστορίας

Δυσκολεύομαι να συμφωνήσω με τη γενικευμένη πεποίθηση ότι η Ιστορία είναι μία σειρά γεγονότων που καταγραφόμενα στις κλίμακες του χώρου και του χρόνου αποδίδουν αντικειμενικά το Παρελθόν. Πέραν της απλουστευτικής λογικής και των επίπεδων κλιμάκων, η αντίληψη αυτή της Ιστορίας τείνει να ακολουθεί δομές σύγχρονες, να πλαισιώνει και να εγκλωβίζει τα καταγραφόμενα γεγονότα αποδίδοντας σε αυτά αφενός στατικότητα, αφετέρου αναχρονιστικά χαρακτηριστικά και να καταργεί συνεπακόλουθα τον Ιστορικό Χρόνο.

Το πιο εύκολο παράδειγμα που μπορώ να παραθέσω είναι η αντίληψη της Ιστορίας της Ανθρωπότητας, όπως ξετυλίγεται μέσα από τα σχολικά βιβλία: μία συνεχής πρόοδος της τεχνολογίας, της επιστήμης, της σκέψης και της κοινωνικής οργάνωσης.

Η τελεολογική προσέγγιση δεν μπορεί παρά να παρουσιάζει αυτή την πορεία προόδου ως μονοδιάστατη και γραμμική. Άτομα και ομάδες που δεν τοποθετήθηκαν σε αυτή τη γραμμή κατά την εκ των υστέρων διαμόρφωση της κυρίαρχης ιστορικής αφήγησης, μένουν στο περιθώριο, μειώνονται ή εξαφανίζονται. Εν προκειμένω, «λαοί» που δεν παρακολούθησαν την Ευρώπη μετά την Αναγέννηση και την «ανακάλυψη» του κόσμου, κατηγοριοποιούνται ως υποδεέστεροι, με καθυστερημένη στην καλύτερη περίπτωση υιοθέτηση των ευρωπαϊκών πρακτικών.

Το μόνο σημείο αναφοράς και σύγκρισης παραμένει το ευρωπαϊκό υπόδειγμα προόδου, όπως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα μία προσέγγιση εμφανώς ελλειμματική.

Τείνω λοιπόν, να θεωρήσω την Ιστορία ως ένα σύνολο σημείων συνάντησης ατόμων και ομάδων, τα οποία διάκεινται και υπόκεινται στη μεταξύ τους αλληλεπίδραση, δημιουργώντας δίκτυα και πολλαπλασιάζοντας τις κατευθύνσεις που μπορεί να ακολουθήσει ο ιστορικός στην καταγραφή τους. Ως εκ τούτου, είναι προφανές ότι η Ιστορία μπορεί να καταγραφεί υπό διαφορετικές οπτικές γωνίες και σε συνάρτηση της θέσης του ιστορικού σε σχέση με το αντικείμενό του. Για να προχωρήσουμε λίγο, θα έλεγα ότι η εκ των υστέρων επιλεκτική απόδοση ιδιαίτερης σημασίας σε γεγονότα που ερμηνεύονται ως σημαντικά για ομάδες, όπως τα «έθνη», δεν εξυπηρετεί την παρουσίαση του παρελθόντος με όρους ιστορικούς αλλά την διαμόρφωση του μέλλοντος με όρους πολιτικούς.

Στο θέμα μας λοιπόν: η διδασκαλία της Ιστορίας στα σχολεία σήμερα, τείνει μάλλον προς τη σκιαγράφηση ενός εθνικού μέλλοντος με σύγχρονους όρους παρά στην παρουσίαση του παρελθόντος ενώ, όπως επεξηγείται και στη συνέχεια της ενότητας, απουσιάζουν τα μεθοδολογικά εργαλεία, με τα οποία οι μαθητές θα μπορέσουν να φτάσουν σε λογικά συμπεράσματα βασισμένα στην έρευνα αντιθέτως, η διδασκαλία εκλαμβάνεται ως κατήχηση στην αλήθεια (στα ρωσικά νομίζω, pravda).

Θα ήταν αναγκαίο πιστεύω, να ξεκαθαρίσουμε σύντομα εάν θέλουμε οι σημερινοί μαθητές να είναι οι αυριανοί ιεραπόστολοι ή έστω, οι διπλωμάτες προπαγανδιστές της μοναδικής αλήθειας, όπως περίπου συμβαίνει σήμερα εναλλακτικά, θα μπορούσε η εκπαίδευση να ωθήσει προς στην έρευνα και την κριτική σκέψη.

Θεωρώ λοιπόν, ότι δύσκολα θα μπορούσε να αρνηθεί κάποιος την ανάγκη αλλαγής στο στόχο αλλά και τον τρόπο διδασκαλίας της Ιστορίας, όπως υφίσταται σήμερα. Με τα σημερινά δεδομένα, η αλλαγή μπορεί γίνει σε δύο επίπεδα: ο στόχος κατα πρώτον, υπόκειται στη γενικότερη πολιτική του Υπουργείου Παιδείας και είναι προφανές, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι Βρυξέλλες δεν έχουν ακόμα λόγο στα θέματα Παιδείας, ότι καθορίζεται σε εθνικό επίπεδο. Η μέθοδος κατα δεύτερον, η οποία περιορίζεται αυτή τη στιγμή στην εκμάθηση του σχολικού εγχειριδίου, αποτελεί ήδη αντικείμενο δημόσιου διαλόγου, στα πλαίσια του οποίου έχουν εκφρασθεί εξαιρετικά ενδιαφέρουσες απόψεις για ανανέωση και εμπλουτισμό του υλικού διδασκαλίας. Στις σελίδες αυτού του περιοδικού, η συζήτηση και οι παρεμβάσεις που ξεκίνησαν στο προηγούμενο τεύχος θα συνεχιστούν αφού επιδίωξή μας αποτελεί η απεμπλοκή της διδασκαλίας της Ιστορίας από τη λογική που απέδωσε με ένα από τα πολλά ευφυολογήματά του ο W. Churchil: «η Ιστορία θα είναι επιεικής μαζί μου γιατί σκοπεύω να τη γράψω».

του Αδριανού Κυριακίδη

Add comment