logo

«Δε γεννιέσαι γυναίκα αλλά γίνεσαι»

Η κλασική πια διατύπωση της Σιμόν ντε Μποβουάρ «δε γεννιέσαι γυναίκα αλλά γίνεσαι» άνοιξε το δρόμο για την εισαγωγή της ιδέας της κοινωνικής κατασκευής της έμφυλης ταυτότητας αλλά και της διάκρισης βιολογικού φύλου/κοινωνικού φύλου. Η διάκριση αυτή αποτέλεσε τη βάση των επιχειρημάτων των μεταγενέστερων εκδοχών της φεμινιστικής προβληματικής κατά τη διάρκεια της άνθισης της φεμινιστικής θεωρίας στις δεκαετίες του 1970 και του 1980 καθώς έδινε τη δυνατότητα της προσέγγισης των πολιτισμικών ιδιωμάτων του «ανδρισμού» και της «θηλυκότητας» χωρίς αναγωγή στη βιολογική αιτιοκρατία. Η συγκεκριμένη θέση αρνείται να ερμηνεύσει την έμφυλη διάσταση της ταυτότητας προσφεύγοντας σε «αυτονόητες» φυσικές αιτίες και βιολογικές διαφορές. Η βιολογία δεν είναι το πεπρωμένο των γυναικών αλλά ένα ιστορικά προσδιορισμένο πεδίο εμπέδωσης της αντρικής κυριαρχίας πάνω στις γυναίκες. Έτσι, το φύλο δεν ανάγεται σε εγγενή και άχρονα δεδομένα, εγγεγραμμένα στα μύχια της βιολογικής ή/και ψυχικής ύπαρξης.

Για τη φεμινιστική θεώρηση, το φύλο αποτελεί προϊόν διαδικασιών κοινωνικής κατασκευής, οι οποίες διαφέρουν ανάλογα με τα πολιτισμικά και ιστορικά συγκείμενα. Τα «αυταπόδεικτα δεδομένα», τα «φυσικά», τα «αυτονόητα», όλα αυτά που συνθέτουν το πολιτισμικό ιδεώδες της έμφυλης κανονικότητας στα πεδία του νόμου, της επιστήμης, της ιδεολογίας, της συγγένειας, της πολιτικής και του καθημερινού πολιτισμού αμφισβητούνται. Αναδεικνύονται ως προβληματικά. Αποφυσικοποιούνται. Πολιτικοποιούνται.

Πολύ συχνά σε επίσημες αλλά και καθημερινές συζητήσεις ακούγεται το επιχείρημα ότι δεν μπορούμε να αγνοούμε τη βιολογική διαφορά όταν συζητάμε για τα δύο φύλα. Φράσεις όπως «η φύση της γυναίκας είναι...» ή «Η γυναίκα είναι σωματικά πιο αδύνατη από τον άντρα, για αυτό...» είναι ευρέως διαδεδομένες. Η επίκληση της βιολογίας γίνεται ακόμη κι από προοδευτικά άτομα τα οποία ξεκινούν με πολιτικά ορθές προτάσεις περί ισότητας των δύο φύλων και στη συνέχεια δυσκολεύονται να φτάσουν τη σκέψη τους μέχρι το τέρμα. Δυσκολεύονται δηλαδή να αποδεχτούν πλήρως ότι το φύλο είναι απόρροια κοινωνικών διαδικασιών εκμάθησης στα πλαίσια κοινωνικών θεσμών και πολιτιστικών πρακτικών. Έτσι, τελικά υπογραμμίζουν τις βιολογικές, ψυχικές, σεξουαλικές και σωματικές διαφορές μεταξύ του άντρα και της γυναίκας.

Ο φεμινισμός δηλώνει ότι τέτοιου είδους αναφορές στις «διαφορές» μεταξύ των δύο φύλων στηρίζονται σε θεμελιώδεις πατριαρχικές προκαταλήψεις. Αλλά η όλη συζήτηση έχει άλλο ένα πολύ ενδιαφέρον χαρακτηριστικό. Εάν αποδεχτούμε ότι οι συνθήκες του φύλου είναι εγγενείς, εδραιωμένες σε μια φυσική τάξη πραγμάτων, είναι μάταιο να παλέψει κανείς για να τις αλλάξει. Για αυτό το λόγο η βιολογική επίκληση έχει κάτι το βαθιά συντηρητικό. Η θεωρητική επινόηση του κοινωνικού φύλου ως αντίδοτου στο βιολογικό ντετερμινισμό δεν ήταν, ούτε είναι σήμερα, ένα απλό ακαδημαϊκό ζήτημα. Σηματοδοτούσε και σηματοδοτεί τον κοινωνικό και πολιτικό χαρακτήρα του φεμινιστικού κινήματος.

Το φεμινιστικό κίνημα έθεσε τις βάσεις προς τη σωστή κατεύθυνση όταν επιτέλους τόλμησε να φωνάξει πως: Οι προτιμήσεις και οι συνήθειες δεν είναι έμφυτες, ούτε αμετάβλητες. Η «αντρική» και «γυναικεία» φύση δεν είναι αδιασάλευτες αξίες και δεν μπορούν να μένουν στο απυρόβλητο. Οι προτιμήσεις και οι συνήθειες μπορούν να διαμορφωθούν από τους εκάστοτε νόμους και την εκάστοτε πολιτική. Όσες βασίζονται σε στρεβλωμένες πεποιθήσεις πρέπει να επικριθούν με τον ίδιο τρόπο που επικρίνεται κάθε εσφαλμένη εντύπωση που κάνει τις κοινωνίες μας λιγότερο δημοκρατικές και πολιτισμένες.

Της Ρένας Χόπλαρου, Εκπαιδευτικού, ΜΑ in Cultural Studies

Add comment