Η αριστοτελικής καταγωγής φόρμουλα της τυπικής ισότητας, που συναντάμε σήμερα στη συνταγματική πρακτική των περισσότερων φιλελεύθερων κρατών και η οποία επιτάσσει την «όμοια μεταχείριση των όμοιων περιπτώσεων και την ανόμοια των ανόμοιων», δεν είναι από μόνη της σε θέση να απαντήσει ικανοποιητικά στα πολλαπλά, επιτακτικά ζητήματα που θέτει η ιδιαίτερη κατάσταση των ατόμων με αναπηρία. Γιατί ναι μεν αυτή η αρχή απαγορεύει σε ένα κράτος να λάβει μέτρα που εισάγουν άνιση μεταχείριση των πολιτών του με αναπηρία, δεν μπορεί ωστόσο, να το υποχρεώσει να λάβει εκείνα τα θετικά μέτρα που θα οδηγήσουν σε μια πραγματική ισότητα ευκαιριών για όλους τους πολίτες. Ακόμη χειρότερα: η ιδέα ότι οι ανόμοιες περιπτώσεις χρήζουν ανόμοιας μεταχείρισης οδήγησε στην αντιμετώπιση των αναπήρων ως συνολικά «ανόμοιων» ανθρώπων, οι οποίοι έπρεπε να λάβουν μια ανόμοια, ειδική φροντίδα από το κράτος. Έτσι, ο κοινωνικός αποκλεισμός του ατόμου με αναπηρία ολοκληρώθηκε και σε θεσμικό επίπεδο μέσω των ειδικών μέτρων πρόνοιας που η «φιλόστοργη» πολιτεία έπαιρνε, κυρίως με την μορφή επιδομάτων και αναπηρικών συντάξεων, προκειμένου να αποζημιώσει τον «ανάπηρο άνθρωπο» (και όχι πλέον τον πολίτη με αναπηρία) για την αδυναμία της να τον εντάξει σε ένα κοινωνικό σύνολο μαθημένο να βλέπει τη διαφορετικότητα ως ανωμαλία και να αποστρέφει σοκαρισμένο το βλέμμα.
Αναγκαστικά λοιπόν, η προσπάθεια για τη βελτίωση της κοινωνικο-οικονομικής θέσης των ατόμων με αναπηρία έπρεπε να βρει έρεισμα σε διαφορετική θεωρητική βάση: ως τέτοια προκρίθηκε από τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1970, τόσο από τους θεωρητικούς όσο και από τις οργανώσεις των ατόμων με αναπηρία, η αρχή της ισότητας των ευκαιριών, σύμφωνα με την οποία η πολιτεία πρέπει ενεργά να επιδιώκει την άρση των πραγματικών εμποδίων προκειμένου να επιτευχθεί η κοινωνική ένταξη των ατόμων αυτών.
Στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ωστόσο, η διαρκώς προσανατολισμένη προς τις ανάγκες της ενιαίας αγοράς λογική των ευρωπαϊκών οργάνων δυσκολευόταν να συμπεριλάβει τα δικαιώματα του 10% των Ευρωπαίων πολιτών. Είναι χαρακτηριστικό ως προς αυτό ότι οι ιδρυτικές συνθήκες, πριν τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, δεν περιείχαν καμία αναφορά σε απαγόρευση διάκρισης λόγω αναπηρίας. Τα δύο προγράμματα HELIOS της Ευρωπαϊκής Ένωσης (1988-1991 και 1993-1996) για την κοινωνική ένταξη των ατόμων με αναπηρία, τα οποία ακολούθησαν τις σχετικές πρωτοβουλίες σε επίπεδο Ο.Η.Ε., συνέβαλαν στην ενεργοποίηση των αντανακλαστικών της κοινωνίας των πολιτών, μέσω της διαμόρφωσης πανευρωπαϊκού φόρουμ των σχετικών οργανώσεων, ως προς την ανάγκη περαιτέρω θεσμικής θωράκισης του δικαιώματος των ατόμων με αναπηρία σε ίσες ευκαιρίες και έτσι, ύστερα από μια πορεία που ξεκίνησε με τη Λευκή Βίβλο της Επιτροπής του 1994 και ολοκληρώθηκε με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ του 1997, προστέθηκαν ρητώς στο άρθρο 13 της ΣυνθΕΚ οι διακρίσεις λόγω αναπηρίας ως λόγος που δικαιολογεί την ανάληψη κατάλληλης δράσης από το Συμβούλιο για την εξάλειψή τους.
Βάσει του άρθρου αυτού, και παρά την αυστηρή διαδικασία που απαιτεί (ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου μετά από γνώμη της Επιτροπής και διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο) εκδόθηκε η οδηγία 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, η οποία απαγορεύει ρητά κάθε είδους διάκριση λόγω αναπηρίας όσον αφορά στην πρόσβαση στην απασχόληση και την άσκηση επαγγέλματος. Η πιο σημαντική ωστόσο συμβολή της είναι ότι εισάγει στο κοινοτικό δίκαιο την έννοια των «εύλογων προσαρμογών» (“reasonable accommodation”), η οποία έκτοτε απέκτησε κεντρική σημασία σε όλα τα κοινοτικά κείμενα αντιμετώπισης των διακρίσεων κατά των ατόμων με αναπηρία. Ως εύλογες προσαρμογές νοούνται όλα εκείνα τα ενδεδειγμένα μέτρα τα οποία υποχρεούται να λαμβάνει ο εργοδότης, ανάλογα με τις ανάγκες που παρουσιάζονται σε μια συγκεκριμένη κατάσταση, ώστε το πρόσωπο με ειδικές ανάγκες να μπορεί να έχει πρόσβαση σε θέση εργασίας, να ασκεί ή να προάγεται στο επάγγελμά του ή προκειμένου να του παρέχεται εκπαίδευση, αρκεί τα μέτρα αυτά να μη συνεπάγονται δυσανάλογη επιβάρυνση για τον εργοδότη. Εδώ μπορούμε να εντάξουμε για παράδειγμα την υποχρέωση του κάθε εργοδότη για εξασφάλιση προσβασιμότητας στους χώρους εργασίας για τα άτομα με κινητικές δυσκολίες ή για χρήση κατάλληλου τεχνολογικού εξοπλισμού που να διευκολύνει στην εργασία τους τα άτομα με προβλήματα όρασης.
Η οδηγία αυτή κινείται αναμφίβολα προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά έχει ένα σοβαρό μειονέκτημα: ενταγμένη στη λογική της αντιμετώπισης του ευρωπαίου πολίτη αποκλειστικά ως οικονομικού υποκειμένου καλύπτει μόνο το πεδίο της απασχόλησης. Ήδη ωστόσο βρίσκεται σε εξέλιξη και αναμένεται να ολοκληρωθεί στις αρχές του 2009 η διαδικασία για την υιοθέτηση από το Συμβούλιο νέας οδηγίας για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης των προσώπων ανεξαρτήτως θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού, η οποία επιβεβαιώνει την προσήλωση των κοινοτικών οργάνων στην αρχή της ισότητας των ευκαιριών και στην επιλογή των εύλογων προσαρμογών ως κατάλληλου μέσου για την επίτευξή της, ταυτόχρονα όμως επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής της αρχής στην εκπαίδευση, την υγειονομική περίθαλψη, τις κοινωνικές παροχές, την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες προσιτές στο κοινό κλπ.
Εάν τελικώς υιοθετηθεί η οδηγία αυτή, θα αποτελέσει ορόσημο στην μακρά πορεία για την αναγνώριση του δικαιώματος των ατόμων με αναπηρία σε μια αξιοπρεπή ζωή με ίσες ευκαιρίες πρόσβασης και ενσωμάτωσης στην ευρωπαϊκή κοινωνία. Αν και στο πλαίσιο των αντίρροπων συμφερόντων και της ανάγκης επίτευξης ομοφωνίας πλήθος εξαιρέσεων έχουν ήδη ενταχθεί στο κείμενο της πρότασης, αυτή δεν παύει να αποτελεί την πρώτη αναγνώριση του ατόμου με αναπηρία ως πλήρες μέλος του κοινωνικού συνόλου, του οποίου η ένταξη σε αυτό καθίσταται δυσχερής μόνο εξαιτίας της ανεπάρκειας των κοινωνικών δομών να υποδεχθούν τη διαφορετικότητα· και ένα θετικό βήμα για την απαγκίστρωση της ευρωπαϊκής πολιτικής από τους οικονομικούς στόχους των συνθηκών και την επικέντρωση των κοινοτικών δράσεων σε ζητήματα κοινωνικής πολιτικής και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η μετουσίωση των διακηρύξεων αυτών σε πράξη είναι το επόμενο μεγάλο στοίχημα για μια Ευρωπαϊκή Ένωση που θέλει να γίνει Ευρώπη των Λαών.
του Στέργιου Κοφίνη, Δικηγόρου