Η διδασκαλία της Ιστορίας, διεθνώς, αποτελεί θέμα το οποίο προσελκύει τεράστιο ενδιαφέρον και η συζήτηση γύρω από αυτό δεν διεξάγεται μόνο εντός της εκπαιδευτικής κοινότητας και των εκπαιδευτικών αρχών. Το θέμα αποτελεί κατά καιρούς σημείο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης που χαίρει ευρείας προβολής από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Είναι ίσως το μοναδικό σχολικό μάθημα, το οποίο σχολιάζεται τόσο συχνά από πολιτικά πρόσωπα και συγκεντρώνει τόσο έντονα την προσοχή της κοινής γνώμης.
Οι αντιπαραθέσεις γύρω από τη διδασκαλία της Ιστορίας αποτελούν, ουσιαστικά, προέκταση πολιτικών και ιδεολογικών αντιπαραθέσεων. Από τη μια πλευρά έχουμε αυτούς που θεωρούν ότι η διδασκαλία της Ιστορίας πρέπει να ενισχύει την εθνική υπερηφάνεια, τον πατριωτισμό και την εκτίμηση για το ένδοξο παρελθόν μας. Στο αντίπαλο στρατόπεδο έχουμε την άποψη ότι το μάθημα της Ιστορίας πρέπει να προωθεί πιο διεθνιστικές ιδέες και να δίνει περισσότερη έμφαση στον πολυπολιτισμικό χαρακτήρα των κοινωνιών. Αυτές οι αντιπαραθέσεις αποκτούν συγκεκριμένο περιεχόμενο στα διάφορα εκπαιδευτικά συστήματα. Στην περίπτωση του ελληνοκυπριακού εκπαιδευτικού συστήματος η σύγκρουση επικεντρώνεται κυρίως, στην ιστορία των τελευταίων 200 χρόνων και συγκεκριμένα στη σχέση Ελλήνων και Τούρκων (και αντίστοιχα Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων). Παρά την προσωρινή σύγχυση που μπορεί να προκάλεσαν οι θέσεις των διαφόρων πολιτικών ομάδων κατά τη περίοδο του δημοψηφίσματος του 2004, η σημερινή αντιπαράθεση για τη διδασκαλία της Ιστορίας αποτελεί αντικατοπτρισμό των πολιτικών και ιδεολογικών πεποιθήσεων της κάθε πλευράς.
Παρά την έντονη αντιπαράθεση, οι δύο πιο πάνω απόψεις έχουν ουσιαστικά κοινή αντίληψη για τη φύση της Ιστορίας και τη διδασκαλία της. Σε αυτή την αντίληψη η Ιστορία ταυτίζεται με το περιεχόμενό της (γεγονότα) και ο ρόλος των ιδιαίτερων μεθοδολογικών της εργαλείων υποβαθμίζεται. Επιπλέον, η Ιστορία αντιμετωπίζεται ως μια σχετικά σταθερή αφήγηση που δικαιολογεί τις πολιτικές και ιδεολογικές απόψεις της κάθε ομάδας (η «ορθή» αφήγηση για κάθε ομάδα είναι φυσικά, διαφορετική). Φυσιολογικά λοιπόν, η διδασκαλία της Ιστορίας προσεγγίζεται ως μια διαδικασία μετάδοσης πληροφοριών, οι οποίες αποδεικνύουν την ορθότητα συγκεκριμένων απόψεων και προωθούν συγκεκριμένες στάσεις μέσα από τα «παραδείγματα του παρελθόντος».
Η διεθνής έρευνα αλλά και η καθημερινή εκπαιδευτική πρακτική αποδεικνύουν ότι η πιο πάνω προσέγγιση της διδασκαλίας της Ιστορίας δεν μπορεί να προσφέρει ουσιαστικά στην ανάπτυξη της ιστορικής σκέψης των μαθητών. Οι μαθητές που διδάσκονται Ιστορία με αυτόν τον τρόπο (όπως συμβαίνει σήμερα στο δικό μας εκπαιδευτικό σύστημα) έρχονται σε επαφή με ένα μεγάλο όγκο πληροφοριών, των οποίων δεν κατανοούν τη σημασία και πολύ σύντομα ξεχνούν. Ταυτόχρονα, η εμμονή στη μια αφήγηση αφαιρεί συνήθως από αυτές τις πληροφορίες την ιστορική εγκυρότητα. Τέλος, οι μαθητές δε διαθέτουν βασικές ιστορικές δεξιότητες και παρουσιάζουν σημαντικές παρανοήσεις γύρω από διάφορες ιστορικές έννοιες.
Η σημερινές διεργασίες για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση αποτελούν ιδανική ευκαιρία για μετακίνηση του εκπαιδευτικού μας συστήματος από αυτή την απλοϊκή και δυσλειτουργική αντίληψη περί της Ιστορίας και της διδασκαλίας της. Η απλή μετατροπή της επίσημης αφήγησης σε μια λιγότερο εθνοκεντρική, η οποία θα επιδιώκει την συμφιλίωση και τον αμοιβαίο σεβασμό δεν έχει να προσφέρει τίποτα ουσιαστικό στην ανάπτυξη του ιστορικού εγγραμματισμού. Για να γίνουν ουσιαστικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση, πρέπει πρώτιστα να εγκαταλειφθεί το παρόν μοντέλο της μιας επίσημης αφήγησης, που προσφέρεται στους μαθητές ως η μοναδική αλήθεια, και να τους δοθεί η ευκαιρία να ανακαλύψουν από μόνοι τους το παρελθόν μέσα από πολλαπλές προοπτικές και τις ποικίλες (και συχνά αντικρουόμενες) αφηγήσεις που αποτελούν το πραγματικό περιεχόμενο της Ιστορίας. Φυσικά η επαφή των μαθητών με αυτές τις διαφορετικές αφηγήσεις και τις πολλαπλές προοπτικές από μόνη της και πάλι δεν είναι αρκετή (ίσως μάλιστα να είναι και επικίνδυνη). Για να επιτευχθεί ουσιαστικός ιστορικός εγγραμματισμός, θα πρέπει οι μαθητές όχι μόνο να αποκτήσουν σφαιρική και σε βάθος γνώση του περιεχομένου της Ιστορίας αλλά και να αναπτύξουν τις ιδέες τους γύρω από την Ιστορία ως επιστήμη. Θα πρέπει με άλλα λόγια όχι μόνο να μάθουν οι μαθητές μας τι έγινε στο παρελθόν, αλλά και πώς γνωρίζουμε για το παρελθόν.
Η μετακίνηση σε αυτή την επιστημολογική προσέγγιση απαιτεί την έμφαση καταρχήν, στην ανάπτυξη των ιδεών των μαθητών γύρω από ιστορικές έννοιες. Εν προκειμένω, να κατανοήσουν οι μαθητές πως και γιατί μπορούμε να έχουμε διαφορετικές ιστορικές αναφορές για ένα συγκεκριμένο θέμα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η εγκυρότητα της μιας προϋποθέτει την μη εγκυρότητα των υπολοίπων ή γιατί δεν είναι ιστορικά ορθό και αποδεκτό να κρίνουμε τους ανθρώπους και τους θεσμούς του παρελθόντος με τα δικά μας σύγχρονα κριτήρια. Απαιτεί έμφαση επίσης, στην καλλιέργεια ιστορικών δεξιοτήτων (πχ. με ποια κριτήρια αξιολογούμε ιστορικές αναφορές και πώς τις χρησιμοποιούμε για να μάθουμε για το παρελθόν).
Η ανάπτυξη αυτών των εννοιών δεν είναι απλό έργο όπως πολλοί θεωρούν και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να επιτευχθεί με γενικόλογες και αόριστες αναφορές σε ανάπτυξη «ιστορικής κριτικής σκέψης». Η διδασκαλία ιστορικών εννοιών και δεξιοτήτων απαιτεί οργανωμένη και συστηματική προσπάθεια με έμφαση στη μεθοδολογία της διδακτικής της Ιστορίας, η οποία αποτελεί ξεχωριστό κλάδο της παιδαγωγικής επιστήμης με τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τα οποία πρέπει να αναγνωρίζονται και να λαμβάνονται υπόψη.
Η σύγχρονη εκπαίδευση στοχεύει στο να βοηθήσει τους μαθητές να κατανοήσουν καλύτερα τον κόσμο στον οποίο ζουν αλλά και να τους προετοιμάσει για να ζήσουν στο μελλοντικό, του οποίου θα είναι οι διαχειριστές. Αυτό είναι φανερό ότι δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσα από μια «φτιαχτή» εικόνα του παρελθόντος που εξυπηρετεί πολιτικές και ιδεολογικές σκοπιμότητες, έστω κι αν αυτές φαίνονται αγνές και ευγενείς. Αντίθετα, η επιστημολογική προσέγγιση της διδασκαλίας της Ιστορίας μπορεί να εξοπλίσει τους μαθητές με τις απαραίτητες γνώσεις και τα νοητικά εργαλεία για να κατανοήσουν καλύτερα τον κόσμο μέσα από την ορθολογιστική μελέτη του ανθρώπινου παρελθόντος αλλά και να τους προετοιμάσει για να ανταπεξέλθουν στις προκλήσεις του μέλλοντος.
του Λούκα Περικλέους, Εκπαιδευτικού, Μεταπτυχιακού φοιτητή στη Διδακτική της Ιστορίας