logo

Εν εξελίξει διαπραγματεύσεις και «από μηχανής θεοί»

Με την εκλογή, πριν ένα σχεδόν χρόνο, του Δημήτρη Χριστόφια στην ηγεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας, αναγεννήθηκε η ελπίδα ότι είναι δυνατή η αποφυγή της διχοτόμησης και η εξεύρεση συμφωνημένης λύσης ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Παράλληλα, η Ε/Κ πλευρά βγήκε από τη δύσκολη θέση, στην οποία είχε βρεθεί μετά τον Απρίλιο του 2004 εξαιτίας και της στασιμότητας που ακολούθησε. Αμέσως μετά την αλλαγή ηγεσίας στο πηδάλιο της Κυπριακής Δημοκρατίας, η διεθνής κοινότητα, με προεξάρχοντες τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών και την Ευρωπαϊκή Ένωση, έσπευσε να στηρίξει τους χειρισμούς του νεοεκλεγέντα προέδρου. Χειρισμοί οι οποίοι ομολογουμένως, χαρακτηρίζονταν από εμπιστοσύνη προς την Τ/Κ κοινότητα και την ειλικρινή διάθεση της ηγεσίας της, υπό τον Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, για εξεύρεση λύσης και την αντίστοιχη ευελιξία για να οδηγηθούν τα πράγματα προς τα εκεί.

Έξι μήνες μετά την έναρξη των απευθείας συνομιλιών, ο ενθουσιασμός ανάμεσα στην Ε/Κ κοινότητα για τις προοπτικές επιτυχίας έχει πια μετριαστεί. Αντίθετα, οι φωνές που καλούν σε έξωθεν παρέμβαση το συντομότερο, μιλώντας για ουτοπία της ακολουθούμενης πολιτικής από τον πρόεδρο Χριστόφια για εξεύρεση «λύσης από τους Κυπρίους για τους Κυπρίους», ολοένα και πληθαίνουν. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια μιλούν για μια προεξοφλημένη διαδικασία η οποία το συντομότερο θα πρέπει να αντικατασταθεί από την ανάληψη άμεσης πρωτοβουλίας του «διεθνούς παράγοντα».

Καθόλου τυχαία, την αμέσως επόμενη περίοδο ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών προτίθεται να αναλάβει ένα πιο δυναμικό ρόλο στην εν εξελίξει διαδικασία. Όπως διαρρέεται στον Ε/Κ Tύπο, μέχρι τον ερχόμενο Απρίλιο αναμένεται ο διεθνής οργανισμός να καταθέσει ιδέες που να αποσκοπούν στη γεφύρωση των διαφορών των δύο πλευρών. Το χρονικό αυτό όριο δεν είναι άσχετο με τις ορισθείσες τον ίδιο μήνα βουλευτικές εκλογές στα κατεχόμενα, ενώ άλλο καθοριστικό χρονικό σημείο αποτελούν οι Ευρωεκλογές, οι οποίες έχουν αντίστοιχα προγραμματιστεί για τις αρχές ερχόμενου Ιουνίου. Μέχρι το δεύτερο αυτό χρονικό σημείο αναμένεται να έχει ολοκληρωθεί η πρώτη φάση της διαπραγμάτευσης, δηλαδή η καταγραφή των εκατέρωθεν θέσεων στις βασικές πτυχές του Κυπριακού. Το τι θα ακολουθήσει αναμένεται να είναι ένα «πάρε-δώσε» μεταξύ των βασικών κεφαλαίων του προβλήματος, όπου τα Η.Ε. προετοιμάζονται να παρέμβουν, μέσω μιας μεσολαβητικής προσπάθειας υποβολής ιδεών και προτάσεων, στην προσπάθεια γεφύρωσης των καταγεγραμμένων διαφορών και αυτό μέχρι το τρίτο τεχνητό όριο ολοκλήρωσης της διαπραγμάτευσης, δηλαδή το Δεκέμβριο του 2009, οπότε θα γίνει η αξιολόγηση της ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας.

Αναμφίβολα, μετά την παρέλευση 34 χρόνων από την τουρκική εισβολή, την δημιουργία ολοένα και περισσότερων τετελεσμένων και την αποτυχία στο πέρασμα του χρόνου μιας σειράς διεθνών πρωτοβουλιών για επίλυση, με αποκορύφωμα αυτήν που οδήγησε στο Σχέδιο Ανάν, το Κυπριακό έχει εξελιχθεί σε ένα ιδιαίτερα δυσεπίλυτο πολιτικό πρόβλημα. Ένα πρόβλημα με σειρά κεφαλαίων, πτυχών και παραμέτρων, για την επίλυση των οποίων θα χρειαστεί επίμονη προσπάθεια και από τις δύο πλευρές αλλά κυρίως μεθοδικότητα και υπομονή.

Ως εκ τούτου, θα ήταν αυταπάτη να πιστεύαμε ότι το Κυπριακό, ένα πολιτικό πρόβλημα δεκαετιών, θα μπορούσε να επιλυθεί μέσα από 15 συναντήσεις μερικών μόλις μηνών. Η δουλειά που έγινε μετά τη λειτουργία των Τεχνικών Επιτροπών και Ομάδων Εργασίας και ακολούθως η καταγραφή των θέσεων των δύο Κοινοτήτων μετά την έναρξη των απευθείας συνομιλιών δεν πρέπει να τυγχάνει υποτίμησης. Υπάρχει αναμφίβολα πολλή δουλειά να γίνει και εν πάση περιπτώσει, η πρόοδος που θα επιθυμούσαμε – περιμέναμε να επιτευχθεί ήταν σίγουρα μεγαλύτερη, ωστόσο σε καμία περίπτωση ο διάλογος δεν έχει οδηγηθεί σε τέλμα, ώστε να απαιτείται μια de facto ή ακόμη περισσότερο μια de jure επιδιαιτησία.

Έχουμε επίγνωση ότι αυτή τη φορά πραγματικά δεν υπάρχει άλλη ευκαιρία. Ωστόσο, η οικοδόμηση της επιθυμητής μορφής λύσης δεν μπορεί παρά να στηριχθεί στα ψηφίσματα του ΟΗΕ για το Κυπριακό και τις αρχές του Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου. Αρχές καταγραμμένες κατ’ επανάληψη και πολύ καλά γνωστές και από τις δύο πλευρές στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια πρέπει να είναι και οι όποιες παρεμβάσεις αναμένεται να γίνουν από τρίτους, μόνο όμως, για να υποβοηθηθεί με μεθοδικότητα η εν εξελίξει διαδικασία.

Ενώ οι απευθείας διαπραγματεύσεις βρίσκονται σε εξέλιξη, δεν πρέπει να οδηγούμαστε σε απεγνωσμένες εκκλήσεις προς «από μηχανής θεούς» να αναλάβουν πρωτοβουλίες ώστε να μας βγάλουν εκ των προτέρων από ένα αδιέξοδο στο οποίο, ενώ υπάρχει πάντα η πιθανότητα να φτάσουμε, δεν έχουμε ωστόσο οδηγηθεί! Ο ρόλος τους δεν πρέπει να είναι παρά συνοδευτικός και υποβοηθητικός στις προσπάθειες των δύο πλευρών, προκειμένου να γεφυρώσουν το χάσμα που τις χωρίζει. Εν πάση περιπτώσει, οι οποιεσδήποτε έξωθεν καλοπροαίρετες παρεμβάσεις δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε λύση ως δια μαγείας, και σίγουρα μια τέτοια λύση δε θα ήταν απαραίτητα να είναι συμφωνημένη.

Ας μην παρασυρόμαστε από την διακαή επιθυμία μας για εξεύρεση λύσης του προβλήματος το συντομότερο. Βιαστικά βήματα, όπως η κατάθεση των όπλων στις απευθείας διαπραγματεύσεις για επίτευξη μιας «λύσης από τους Κυπρίους για τους Κυπρίους» και μια απέλπιδα έκκληση προς τους ξένους να παρέμβουν σε μια άτυπη επιδιαιτησία, πιθανόν να οδηγήσει ξανά στα ίδια αρνητικά αποτελέσματα του 2004. Ο κίνδυνος διολίσθησης από θέσεις αρχών, πέραν από την ορατή προοπτική εκ νέου απόρριψης του σχεδίου λύσης από μία εκ των δύο κοινοτήτων, μπορεί να οδηγήσει αρχικά σε λύση αλλά ακολούθως σε διάλυση.

του Λάκη Χριστοδούλου

Add comment