logo

Το στοίχημα της διαπολιτισμικότητας

Τα τελευταία χρόνια έχει εισαχθεί στον ελληνοκυπριακό δημόσιο χώρο ένας διάλογος – δυστυχώς, όπως συμβαίνει συνήθως στην Κύπρο τις περισσότερες φορές, αρκετά επιπόλαιος και επιφανειακός – περί πολυπολιτισμικότητας. Σήμερα, η αναγνώριση της πολυπολιτισμικής κυπριακής πραγματικότητας συνιστά κοινό τόπο, όπου συναντιούνται οι πλέον ετερόκλητες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις στο εσωτερικό της ελληνοκυπριακής κοινωνίας. Ως εκ τούτου, σε ρητορικό τουλάχιστον επίπεδο, αναγνωρίζεται ότι, αυτή η πραγματικότητα αποτελεί πλούτο για τη χώρα μας και παράλληλα δημιουργεί στην Πολιτεία την υποχρέωση για μια σειρά από θεσμικές αλλαγές που θα μας επιτρέψουν, ως κοινωνία, να ανταποκριθούμε στις ανάγκες και τις απαιτήσεις που αυτή δημιουργεί.

Σημαντική συμβολή σε αυτή την εξέλιξη είχε η προοπτική ένταξης και στη συνέχεια η ίδια η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η επίσημη ευρωπαϊκή θέση για μια Ευρώπη ανοιχτή στη διαφορετικότητα και οι ποικιλόμορφες ευρωπαϊκές πολιτικές και δράσεις με στόχο την αντιμετώπιση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας και την προώθηση μιας πιο αποτελεσματικής κοινωνικής ένταξης των μεταναστών, επέδρασαν θετικά στο κυπριακό θεσμικό και πολιτικό πεδίο. Πέραν τούτου, σημαντική συμβολή στη δημιουργία της κοινωνικής συναίνεσης για την πολυπολιτισμικότητα έχει μια άτυπη, πλην όμως, ισχυρή και μάλλον επιτακτική, πολιτική ορθότητα που απορρέοντας τόσο από το θεσμικό, όσο και από το κοινωνικοπολιτισμικό ευρωπαϊκό περιβάλλον, επιβάλλει την αποδοχή του διαφορετικού και την απόρριψη του ρατσισμού και των διακρίσεων. Η θετική αξιολογική αποτίμηση αυτού που γίνεται αντιληπτό ως ευρωπαϊκή κουλτούρα και ταυτότητα («ευρωπαϊκότητα»), έννοιες ισχυρά συνδεδεμένες με την πολυπολιτισμικότητα και το σεβασμό στη διαφορετικότητα, λειτουργεί ως μηχανισμός νομιμοποίησης (κανονιστική νόρμα) της εν λόγω πολιτικής ορθότητας αυξάνοντας τη συμβολική της ισχύ στο ελληνοκυπριακό κοινωνικό πλαίσιο.

Μια κριτική παρακολούθηση του δημόσιου λόγου, πολιτικού, δημοσιογραφικού, θρησκευτικού/θεολογικού (!) αλλά και του λόγου που εκφέρεται από ανθρώπους του πνεύματος και των τεχνών, εύκολα ή δύσκολα, μπορεί να εντοπίσει πίσω από τα λεκτικά σχήματα σεβασμού στη διαφορετικότητα και αποδοχής της πολυπολιτισμικότητας, τα οποία επιβάλλει η επιδίωξη της πολιτικής ορθότητας, μια προσκόλληση σε μονοπολιτισμικές και εθνοκεντρικές εμμονές.

Μέσα σε αυτές συνθήκες άρχισε δειλά να αναπτύσσεται μια συζήτηση αναφορικά με την αναγκαιότητα όπως το ελληνοκυπριακό εκπαιδευτικό σύστημα αναπτύξει μια διαπολιτισμική διάσταση. Η επιλογή του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού να αφιερώσει τη σχολική χρονιά 2007 – 2008 στο διαπολιτισμικό διάλογο στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού Έτους Διαπολιτισμικού Διαλόγου, όπως και ο στόχος για τη φετινή σχολική χρονιά, για την καλλιέργεια κουλτούρας ειρηνικής συμβίωσης, αμοιβαίου σεβασμού και συνεργασίας Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως οι πιο ορατές προσπάθειες εμβολιασμού της ελληνοκυπριακής εκπαιδευτικής πραγματικότητας με τη διαπολιτισμική προοπτική.

Η επικείμενη δε και πολυδιαφημιζόμενη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση προσφέρει μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για ανοιχτή και ειλικρινή συζήτηση σχετικά με το θέμα. Μια τέτοια συζήτηση θα μπορούσε να ανοίξει το δρόμο για τη ριζική αναδιαμόρφωση του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος προκειμένου αυτό να αποτυπώνει τη θέλησή μας να λειτουργήσουμε, τόσο στο θεσμικό επίπεδο, όσο και στο επίπεδο της καθημερινότητάς μας, ως μια κοινωνία την οποία χαρακτηρίζει η πολυμορφία και η αποδοχή ενός πολυεπίπεδου πλουραλισμού με ορίζοντα την κοινωνική συνοχή.

Μια τέτοια προοπτική προϋποθέτει ριζικές αλλαγές πέρα και πάνω από το επίπεδο της πολιτικής ορθότητας, ιδιαίτερα στο επίπεδο των στόχων και της φιλοσοφικής θεώρησης, μέσα από μια αυστηρή και γενναία προσέγγιση μέχρι σήμερα εκπαιδευτικών μας πρακτικών. Η δημόσια εκπαίδευση υπήρξε, σε ολόκληρο τον κόσμο, στη διάρκεια του 19ου και του 20ου αιώνα, ένα από τα πλέον αποτελεσματικά εργαλεία προαγωγής και ενίσχυσης της εθνικής ομοιομορφίας. Παραμένοντας κατεξοχήν εθνοκεντρική είχε ως μια από τις πρωταρχικές της προτεραιότητες τη συγκρότηση περήφανων εθνικών υποκειμένων υποβαθμίζοντας αλλά και υποσκάπτοντας, σε πολλές περιπτώσεις, κάθε πολιτισμική, γλωσσική ή άλλη διαφοροποίηση μέσα στα όρια του κράτους που θα μπορούσαν να «μολύνουν» την εθνική καθαρότητα.

Η δημόσια εκπαίδευση προκειμένου να προσλάβει διαπολιτισμική διάσταση, θα πρέπει να διαφοροποιηθεί από το παραδοσιακό εθνοκεντρικό μοντέλο δίνοντας έμφαση στις δια-πολιτισμικές και κοινωνικές ανταλλαγές ως κεντρικές συνιστώσες κάθε πολυπολιτισμικής πραγματικότητας. Θεμέλιος λίθος της διαπολιτισμικότητας είναι η ισότιμη αντιμετώπιση των διάφορων πολιτισμικών πραγματικοτήτων και η αναγνώριση ότι η δυναμική τους σχέση και αλληλεπίδραση οδηγεί αναπόφευκτα σε μια συνεχή πολιτισμική διαφοροποίηση· με άλλα λόγια, ότι κάθε δια-πολιτισμική συνάντηση εμπλουτίζει και διαφοροποιεί κάθε εμπλεκόμενο σε αυτή (πολιτισμικό) μέρος.

Η δημόσια συζήτηση όπως έχει εξελιχθεί, μέχρι σήμερα, με αναφορά στο φετινό υπό έμφαση στόχο αλλά και την προοπτική αλλαγής των βιβλίων ιστορίας έχει φέρει στην επιφάνεια σημαντικές αντιστάσεις και αντιδράσεις, οι οποίες είναι αποκαλυπτικές ενός έντονα συντηρητικού και εξόχως αντιδραστικού κοινωνικού υποστρώματος. Με αφετηρία και αναφορά το συγκεκριμένο κοινωνικό υπόστρωμα πολιτικές και άλλες δυνάμεις, με προκάλυμμα τον κίνδυνο της εθνικής απειλής δε διστάζουν να αρθρώσουν λόγο μονολιθικά φοβικό κι επικίνδυνα εθνοκεντρικό, αν όχι εθνικιστικό και ρατσιστικό. Ένα λόγο, ο οποίος παραμένει προσκολλημένος σε ουσιοκρατικές προσεγγίσεις που θέλουν κάθε κοινωνική ομάδα (έθνος) και κάθε πολιτισμική πραγματικότητα (ελληνικότητα) να είναι κλειστά, ομοιογενή και αν-ιστορικά συστήματα, αναλλοίωτα στο πέρασμα του χρόνου και λειτουργεί ως ανάχωμα σε κάθε ουσιαστική μεταρρυθμιστική προσπάθεια, σε κάθε επίπεδο. Χωρίς την ανοικτή, τολμηρή και δημόσια αμφισβήτηση του λόγου αυτού – και των πολιτικών και πρακτικών που αυτός ρυθμίζει και επικυρώνει – καμιά ουσιαστική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση –τουλάχιστον προς την κατεύθυνση της διαπολιτισμικότητας – δεν είναι δυνατή.

του Κυριάκου Παχουλίδη, Εκπαιδευτικού, Δρ. Κοινωνικής Ψυχολογίας

Add comment