logo

Τουρκία: Η διαδικασία ένταξης στην Ε.Ε. και τα πολιτικά αδιέξοδα των Κεμαλιστών

i. Οι Κεμαλιστές από θεματοφύλακες, θύματα της ευρωπαϊκής προοπτικής

Με την δημιουργία του τουρκικού κράτους το 1923 οι κεμαλιστές και κατ΄ επέκταση ο στρατός αναγορεύονται σε θεματοφύλακες της εδαφικής ακεραιότητας και της κοσμικότητας του τουρκικού κράτους. Έκτοτε, η κεμαλική ελίτ διατήρησε διαχρονικά έναν αμετάβλητο ιδεολογικό στόχο που συνοψίστηκε στην οικοδόμηση ενός δυτικού, κοσμικού κράτους.

Σε αυτό το πλαίσιο το Ισλάμ περιθωριοποιείται από τον δημόσιο βίο της χώρας και καταβάλλεται προσπάθεια να επιβληθεί ένα νέο πολιτισμικό και αξιακό πλαίσιο προς αντικατάσταση της ισλαμικής παράδοσης. Η διαδικασία διαρκούς εκδυτικοποίησης της χώρας λαμβάνει χαρακτήρα κρατικής ιδεολογίας που έχει ως στόχο τον εκμοντερνισμό της τουρκικής κοινωνίας και σκοπεύει στην περιθωριοποίηση του Ισλάμ ως πολιτικής ιδεολογίας. Στα πλαίσια αυτής της αντίληψης η ένταξη της χώρας στην ΕΕ συνιστά κατά τρόπο νομοτελειακό τον τελικό προορισμό αυτής της προσπάθειας.

Μέχρι και το 1999 το μπλοκ των φιλοευρωπαϊστών συνθέτουν κατά κύριο λόγο κόμματα και θεσμοί της κεμαλικής παράταξης, ενώ αυτό των αντιευρωπαϊστών οι ισλαμιστές και οι εθνικιστές. Ωστόσο, με την Συνθήκη του Ελσίνκι το 1999 και την αναγόρευση της Τουρκίας σε υποψήφια προς ένταξη χώρα, δημιουργούνται οι πρώτες ρωγμές σε αυτή την ιδεολογική διάταξη, αφού το κεμαλικό κατεστημένο αρχίζει να αντιλαμβάνεται τις σαρωτικές αλλαγές που θα επιφέρει ενδεχόμενη ένταξη σε όλα τα επίπεδα της τουρκικής κοινωνίας και συνεπώς τις επιπτώσεις που θα υποστεί ως ο βασικός φορέας εξουσίας. Ταυτόχρονα η συνεχής ενίσχυση των κομμάτων με έντονο το θρησκευτικό στοιχείο στην πολιτική τους ατζέντα, με αποκορύφωμα την επικράτηση του Ερντογάν στις εκλογικές αναμετρήσεις του 2002 και του 2007, συνέβαλε καταλυτικά στην εμπεδωμένη σήμερα αντίληψη ανάμεσα στους Κεμαλιστές, ότι η διαδικασία ένταξης στην Ε.Ε. δεν έχει λειτουργήσει ως το ιδεολογικό πλαίσιο που θα απέτρεπε την άνοδο της θρησκευτικότητας στην τουρκική κοινωνία. Αντιθέτως, παρείχε την ιδεολογική νομιμότητα για θεσμικές μεταρρυθμίσεις που συνέβαλαν στον περιορισμό της πολιτικής επιρροής των Κεμαλιστών στην τουρκική κοινωνία. Παρά ταύτα, η εκ μέρους τους ανοικτή αποκήρυξη της Ευρωπαϊκής προοπτικής της χώρας είναι επί του παρόντος ανέφικτη, αφού θα ισοδυναμούσε με πολιτική και ιδεολογική αυτοαναίρεση. Ως θεματοφύλακες της κοσμικότητας του κράτους κατανοούν, ακόμα, πως η ευρωπαϊκή προοπτική συνιστά τον βασικότερο πυλώνα για την διατήρηση και την περαιτέρω εμβάθυνση της κοσμικότητας του τουρκικού κράτους.

Η αδυναμία τους να αποκηρύξουν ανοικτά την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας τους οδήγησε, εξ ανάγκης, στην υιοθέτηση μιας τακτικής ανταρτοπόλεμου η οποία υποβάλει πως η διαδικασία ένταξης στην Ε.Ε θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις τουρκικές ιδιαιτερότητες. Ιδιαιτερότητες, που για χρόνια αναφέρονταν αφενός μεν σε μια υπερφυσική ερμηνεία του ρόλου του στρατού στην Τουρκία και αφετέρου στον ισλαμικό φονταμενταλισμό και της ιδιαίτερης μεταχείρισης που θα έπρεπε να τυγχάνει από την Ε.Ε η κοσμική ελίτ της χώρας για να αποτρέψει την ενίσχυση του. Στην προκειμένη περίπτωση, ωστόσο, η υιοθέτηση εκ μέρους του Ερντογάν της ευρωπαϊκής προοπτικής οδήγησε σε μια καθοριστική πολιτική και ιδεολογική αναδιάταξη που ανέδειξε με την σειρά της το πραγματικό περιεχόμενο των αιτιάσεων του βαθέως κράτους.

Οι ισλαμιστές του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης έχοντας βιώσει στο πετσί τους τις διώξεις του κεμαλικού καθεστώτος στην διάρκεια της πολιτικής τους σύμπλευσης με τον βετεράνο ισλαμιστή πολιτικό Ερμπακάν, αντιλήφθηκαν έγκαιρα ότι η πολιτική τους επιβίωση επιτυγχάνεται μόνο στα πλαίσια μιας εξευρωπαϊσμένης δημοκρατικής Τουρκίας. Κατά συνέπεια, όχι μόνο αποτίναξαν την παραδοσιακά εχθρική στάση των προκατόχων τους προς την χριστιανική Ευρώπη , αλλά μετατράπηκαν και σε ένθερμους υποστηρικτές της Ευρωπαϊκής προοπτικής της χώρας.

Στο Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης η Ε.Ε ανακάλυψε ένα αξιόπιστο, υπό τις περιστάσεις, πολιτικό συνομιλητή και ως εκ τούτου αντιμετωπίζει με εχθρότητα τις εξωθεσμικές παρεμβάσεις της κεμαλικής ελίτ για περιορισμό της πολιτικής επιρροής των ισλαμιστών. Οι Ευρωπαίοι έχουν πεισθεί ότι οι παρεμβάσεις αυτές δεν προκύπτουν από ένα υπαρκτό κίνδυνο ισλαμοποίησης της χώρας αλλά από την προσπάθεια του βαθέως κράτους για διατήρηση αναχρονιστικών δομών εξουσίας και στην διασφάλιση των προνομίων που οι εκπρόσωποι του αντλούν από αυτές.

ii. Η αποστασιοποίηση Ερντογάν από την διαδικασία ένταξης

Η απόφαση, συνεπώς, του Ερντογάν να παγώσει την υλοποίηση των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων για εναρμόνιση με το κεκτημένο και να επικεντρωθεί στο ζήτημα της χρήσης της μαντίλας μπορεί να χαρακτηριστεί ως απόπειρα πολιτικής αυτοχειρίας που προσέφερε στους Κεμαλιστές την αναζητούμενη για την δικαστική διαδικασία αφορμή.

Μια πιθανή πολιτική ερμηνεία αυτής της απόφασης είναι ότι ο εκλογικός θρίαμβος του ΑΚΡ τον Ιούνη του 2007 οδήγησε τον Ερντογάν σε μια πιο αλαζονική και δογματική διαχείριση ευαίσθητων πτυχών και ζητημάτων της τουρκικής πολιτικής σκηνής. Σε αντίθεση με την πρώτη του θητεία όπου είχε πολιτευτεί με σύνεση και πραγματισμό και σε συνεργασία με τους φιλελεύθερους κύκλους της χώρας, ακολουθώντας μια προσέγγιση σταδιακής αποδυνάμωσης των Κεμαλιστών, στην τωρινή του θητεία υιοθέτησε μια πιο άκαμπτη και απόλυτη στάση επιδιώκοντας ένα οριστικό ξεκαθάρισμα.

Η προώθηση του Αμπτουλλάχ Γκιουλ στην Προεδρία της και η ανάδειξη της μαντιλοφορούσας συζύγου του ως πρώτης κυρίας της χώρας, υπήρξε από πολιτικής και συμβολικής απόψεως ένα συντριπτικό πλήγμα κατά της συντηρητικής αντίληψης της κοσμικότητας του κράτους. Ως εκ τούτου, η νομιμοποίηση του δικαιώματος χρήσης της μαντίλας στα πανεπιστημιακά ιδρύματα υπήρξε πολιτικά άκαιρη και άστοχη, ειδικότερα αν ληφθεί υπόψη ότι προωθήθηκε κατά τρόπο μονοδιάστατο και χωρίς την πολιτικά απαιτούμενη ευρωπαϊκή νομιμοποίηση. Διέγειρε τα αντανακλαστικά των πολιτικών του αντιπάλων και συνέτεινε στην περαιτέρω εμβάθυνση των κάθετων διαιρετικών τομών στην Τουρκική κοινωνία, πολώνοντας τους πολίτες γύρω από το ευαίσθητο ζήτημα της κοσμικότητας του κράτους.

Μια δεύτερη ερμηνεία ενδεχομένως να προκύπτει από την αρνητική στάση που τηρούν ορισμένες Ευρωπαϊκές χώρες και κυρίως η Γαλλία και η Γερμανία έναντι της πιθανής ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε. Οι κυβερνήσεις των χωρών αυτών, επί το πλείστο χριστιανοδημοκρατικές, απευθύνονται σε εκλογικά ακροατήρια που θεωρούν ως αιρετική οποιαδήποτε συζήτηση με την Τουρκία αφού εκτιμούν ότι η ένταξη μιας μουσουλμανικής χώρας στην Ε.Έ θα συνιστούσε μια πολιτισμική και θρησκευτική παραφωνία.

Στην προσπάθεια τους να διαχειριστούν την κοινή τους γνώμη που ήδη διαμορφώνει ξενοφοβικά αντανακλαστικά στην παρουσία Τούρκων και όχι μόνο μεταναστών, υιοθετούν μια έντονα αντιτουρκική ρητορική είτε επειδή, όντως, την ασπάζονται, είτε επειδή θέλουν να αποφύγουν εκλογικό και πολιτικό κόστος. Ο Ερντογάν προεξοφλώντας, προφανώς, ότι οι δύο αυτές χώρες, με το ιδιαίτερο βάρος που διαθέτουν στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, είναι σε θέση να καθυστερήσουν ουσιαστικά την διαδικασία ένταξης, έκρινε λανθασμένα, ως πολιτικά ανώφελες τις οποιεσδήποτε περαιτέρω μεταρρυθμίσεις. Αντί αυτού εισήγαγε στην πολιτική του ατζέντα ζητήματα με συμβολικό χαρακτήρα και έντονη ιδεολογική φόρτιση αποσκοπώντας να ικανοποιήσει μέρος του εκλογικού του ακροατηρίου.

iii. Τα πολιτικά αδιέξοδα της κεμαλικής ελίτ

Το κεμαλικό κατεστημένο άδραξε την ευκαιρία και μέσα από πολιτικά καθοδηγούμενους δικαστικούς λειτουργούς επεχείρησε να εκπαραθυρώσει την ηγετική ομάδα του AKP, υιοθετώντας ανάλογη διαδικασία με αυτή που είχε ακολουθηθεί και στην περίπτωση του Ισλαμικού Κόμματος της Ευημερίας του Νετσμεντίν Ερμπακάν πριν από μια δεκαετία. Το δικαστικό πραξικόπημα που επιχειρήθηκε επαναβεβαιώνει την διαχρονική δυσπιστία, του κεμαλικού κατεστημένου, με εξαίρεση την τουρκοϊσλαμική σύνθεση στις αρχές της δεκαετίας του 80, σε οποιαδήποτε προσπάθεια ενίσχυσης της θρησκευτικής επιρροής στην τουρκική κοινωνία. Ανέδειξε, δε, για ακόμη μια φορά μια ιδιοκτησιακή περί του κράτους και των θεσμών του αντίληψη, από την οποία εκπορεύεται ένας συστημικός φόβος πως η περαιτέρω ενίσχυση των ισλαμιστών, συνεπάγεται ταυτόχρονα, την πολιτική και κοινωνική περιθωριοποίηση των Κεμαλιστών. Η αμφισβήτηση εκ μέρους τους της νομιμότητας δημοκρατικά εκλελεγμένων κυβερνήσεων πηγάζει από την άρνηση τους να αποδεκτούν ότι η τουρκική Ανατολία με την βαθιά ισλαμική της παράδοση θα επηρεάζει καθοριστικά το πολιτικό σκηνικό της χώρας.

Η στρατηγική των Κεμαλιστών ακόμη και αν επιτύγχανε το κλείσιμο του κυβερνώντος κόμματος δεν θα επίλυε τα ουσιαστικά ιδεολογικά και πολιτικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η κεμαλική παράταξη. Αφενός μεν διότι αδυνατούν να υποδείξουν εναλλακτική πολιτική πρόταση σχετικά με το μέλλον της χώρας και αφετέρου διότι το αναμενόμενο πολιτικό αδιέξοδο θα οδηγήσει εκ των πραγμάτων σε νέα εκλογική διαδικασία από την οποία οι ισλαμιστές αναμένεται να εξέλθουν περαιτέρω ενισχυμένοι. Η αδυναμία των Κεμαλιστών να υπερισχύσουν σε εκλογική αναμέτρηση οφείλεται εν πολλοίς στην επιτυχημένη πολιτική που ακολούθησε η κυβέρνηση Ερντογάν στο κοινωνικοοικονομικό επίπεδο αλλά και στην απουσία αξιόπιστης πολιτικής ηγεσίας που να μπορεί να εκφράσει την λεγόμενη κοσμική παράταξη. Ο ηγέτης της αξιωματικής αντιπολίτευσης Ντενίζ Μπαϊκάλ, ενώ θεωρείται από την συντριπτική πλειοψηφία των τούρκων πολιτών ως μια απαξιωμένη πολιτική φιγούρα, παρουσιάζεται απρόθυμος να αποσυρθεί από την κεντρική πολιτική σκηνή. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου, που σε όλες τις πρόσφατες μετρήσεις της κοινής γνώμης ο πρώην Πρόεδρος της χώρας Νετζντέτ Σεζέρ καταγράφεται ως η προσωπικότητα που εκφράζει αυθεντικότερα τις απόψεις των κεμαλιστών.

iv. Η Ευρωπαϊκή σύγκλιση μονόδρομος για Ερντογάν

Η απόφαση του συνταγματικού δικαστηρίου να μην προχωρήσει στον πολιτικό εξοστρακισμό του Ερντογάν και άλλων υψηλόβαθμων στελεχών του ΑΚΡ συνιστά σαφή ένδειξη πως οι κεμαλιστές δεν μπορούν πλέον να διαμορφώνουν με αντιδημοκρατικές και εξωθεσμικές παρεμβάσεις το πολιτικό σκηνικό της χώρας.

Η οριστική περιθωριοποίηση τους, ωστόσο, θα επέλθει μόνο εάν ο Ερντογάν επιδιώξει την αναζωογόνηση της ευρωπαϊκής ενταξιακής διαδικασίας μέσα από ουσιαστικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις και μακριά από οποιαδήποτε προσπάθεια για ισλαμοποίηση της πολιτικής ζωής της χώρας. Με αυτό τον τρόπο θα επιτύχει την επανασύσταση της συνεργασίας του με τους φιλελεύθερους ευρωπαϊστές των οποίων την στήριξη είχε απολέσει με την πολιτική που ακολούθησε τους τελευταίους μήνες διασφαλίζοντας έτσι μια ισχυρή κοινωνική πλειοψηφία.

Η υιοθέτηση αυτής της επιλογής επιβάλει εκ των πραγμάτων την λήψη δύσκολων και ενδεχομένως πολιτικά επιζήμιων αποφάσεων, όπως είναι η τροποποίηση του περιβόητου άρθρου 301 του τουρκικού ποινικού κώδικα το οποίο επιβάλει την δίωξη όσων καταφέρονται κατά της έννοιας του Τουρκισμού. Είναι δεδομένο ότι σε αυτή την μεταρρυθμιστική προσπάθεια το AKP δεν θα έχει την στήριξη των δύο βασικότερων κομμάτων της αντιπολίτευσης, του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος και του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης. Οι δυνάμεις αυτές θεωρούν ως αδιανόητη οποιαδήποτε ενέργεια που θα διαφοροποιεί το ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο λειτουργίας του πολιτικού συστήματος και που θα το καθιστά πιο δημοκρατικό και ανεκτικό προς την αντίθετη άποψη, αφού εκτιμούν ότι κάτι τέτοιο θα ανοίξει τους Ασκούς του Αιόλου σε όσους απεργάζονται την αποδόμηση του τουρκικού κράτους.

Για τον Ερντογάν ωστόσο, η πλήρης εκδημοκρατικοποίηση της χώρας αποτελεί το μοναδικό εχέγγυο για την διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του πολιτικού συστήματος και κατά συνέπεια της πολιτικής του επιβίωσης. Οποιαδήποτε προσπάθεια συμβιβασμού γύρω από κρίσιμα πολιτικά ζητήματα δεν θα αντέξει στον χρόνο αφού δεν θα αντιμετωπίσει το ουσιαστικό πρόβλημα της χώρας που είναι τα βαθιά δημοκρατικά ελλείμματα του πολιτικού συστήματος.

του Σώτου Κτωρή

Υποψήφιου διδάκτορος του Τμήματος Τουρκικών και Ανατολικών Σπουδών

Add comment