logo

Συντεντεύξεις του Νίκου Τορναρίτη και Γιώργου Λουκαΐδη...με αφορμή το φετινό στόχο της χρονιάς

Κάθε Σεπτέμβρη, πριν την έναρξη των μαθημάτων, το Υπουργείο Παιδείας ανακοινώνει τους στόχους της σχολικής χρονιάς.

Η συνέχεια, μάλλον αναμενόμενη: ένα μεγάλο μέρος της σχολικής κοινότητας αδιαφορεί ή δυσανασχετεί γι’ αυτό τον επιπλέον φόρτο εργασίας ενώ παράλληλα το ίδιο το Υπουργείο Παιδείας αντιμετωπίζει το στόχο ως αγγαρεία. Ως εκ τούτου, το θέμα δεν απασχολεί καθόλου την κοινωνία ευρύτερα.

Φέτος, ο πρώτος στόχος που έθεσε το Υπουργείο είναι: «Καλλιέργεια κουλτούρας ειρηνικής συμβίωσης, αμοιβαίου σεβασμού και συνεργασίας Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων με στόχο την απαλλαγή από την κατοχή και την επανένωση της πατρίδας και του λαού μας.»

Ίσως δεν προκαλεί έκπληξη, όμως για πρώτη φορά ο «στόχος της σχολικής χρονιάς» γίνεται πρώτο θέμα: πολιτικοί, οργανωμένα σύνολα, μέσα μαζικής ενημέρωσης, σχετικοί και άσχετοι με τα της εκπαίδευσης όλοι έχουν άποψη. Για κάποιους, ο στόχος που τέθηκε είναι αυτονόητος, για άλλους μια ανάγκη που προέκυψε τον τελευταίο καιρό για ορισμένους όμως, αποτελεί ανάθεμα.

Εμείς, θέλοντας να ανοίξουμε τη συζήτηση για τις αναγκαίες αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα της Κύπρου σε σχέση και με το στόχο που τέθηκε, ζητήσαμε απόψεις για το θέμα από δύο πολιτικούς - εκπρόσωπους των δύο μεγαλύτερων κομμάτων της Κύπρου στον τομέα της Παιδείας.

Ο στόχος της χρονιάς που τέθηκε φέτος από το Υπουργείο Παιδείας έγινε αντικείμενο δημοσίου διαλόγου, συνδέθηκε δε, ακόμα και με τη διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού. Οι εκπαιδευτικές οργανώσεις όμως, ισχυρίζονται ότι δε συμμετείχαν στην προκαταρκτική συζήτηση ενώ τα μέλη τους καλούνται τώρα να υιοθετήσουν και εφαρμόσουν το στόχο, όπως αυτός ετέθη. Πιστεύετε ότι ίσως έγιναν λάθη στη διαδικασία επιλογής του στόχου ή των μέσων επίτευξής του;

N. T.: Το ΑΚΕΛ όλα τα προηγούμενα χρονια διεκδικούσε διάλογο για θέματα Παιδείας, απαιτούσε διάλογο για θέματα Παιδείας, είτε αυτά ήταν μικρά είτε αυτά ήταν μεγάλα. Νομίζω ότι και στο συγκεκριμένο θέμα, του στόχου της χρονιάς, που δεν είναι άλλος από την κουλτούρα για ειρηνική συμβίωση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, έπρεπε να προηγηθεί διάλογος. Έπρεπε, πρώτα και πάνω από όλα να προηγηθεί διάλογος μεταξύ του Υπ. Παιδείας και των εκπαιδευτικών οργανώσεων που στο τέλος της ημέρας θα κληθούν, και έχουν ήδη κληθεί, να εφαρμόσουν το συγκεκριμένο στόχο. Εμείς είπαμε από την αρχή ότι ο στόχος είναι ωφέλιμος. Άλλωστε γιατι αγωνιζόμαστε όλα αυτά τα χρόνια; Δεν αγωνιζόμαστε για να επανενώσουμε τη πατρίδα μας, για να ξαναζήσουμε ειρηνικά Eλληνοκύπριοι, Tουρκοκύπριοι, Μαρωνίτες, Λατίνοι και Αρμένιοι;

Από εκεί και πέρα, αφ’ης στιγμής ανέλαβε αυτό το εγχείρημα το Υπουργείο Παιδείας, για το συγκεκριμένο στόχο, έπρεπε πρώτα και πάνω απ’ όλα να προηγηθεί ο διάλογος. Δεύτερο, έπρεπε να τοποθετηθεί στο τραπέζι των συζητήσεων όλο το πλαίσιο, οι τρόποι εφαρμογής του συγκεκριμένου στόχου και ποιοι θα τον εφάρμοζαν. Υπάρχουν εκπαιδευτικοί οι οποίοι είναι εμποτισμένοι με το διαπολιτισμικό διάλογο, είναι εκπαιδευμένοι μέσα από την ιδέα της πολυπολιτισμικότητας, του σεβασμού της διαφορετικότητας;

Γιατί τέτοιου είδους εγχείρημα έχει δυο όψεις. Από την μια πλευρά είναι η θετική όψη που μπορεί να φέρει τους μαθητές των δύο κοινοτήτων στο ίδιο τραπέζι, στην ίδια εκδήλωση, στο ίδιο συναπάντημα και να προσθέσει στη διαδικασία υπάρχει και η άλλη όψη που μέσα από τη συνεύρεση μπορεί να οδηγηθούμε σε αρνητικό αποτέλεσμα εφόσον ο εκπαιδευτικός, και είναι πολύ λίγοι αυτοί στον αριθμο, δεν έχει τη δύναμη να περάσει τα μηνύματα, εκείνα που πρέπει να περάσει, στους μαθητές του. Από εκεί και πέρα λέω ότι πρέπει να προσεχθεί η εφαρμογή του συγκεκριμένου στόχου, να μην περάσουμε στο άλλο άκρο, δηλαδή της αναγνώρισης του ψευδοκράτους, στέλνοντας πλέον επίσημα, σαν Υπουργείο Παιδείας, μαθητές μας ή σχολεία στα κατεχόμενα.

Γ. Λ.: Θεωρητικά ομιλούντες καμιά διαδικασία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί τέλεια, ούτε λοιπόν και η διαδικασία που ακολουθήθηκε στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι δεν είχε περιθώρια βελτίωσης. Πρακτικά όμως ομιλούντες, θεωρούμε την διαδικασία ορθή και καινοτόμο, αφού ποτέ προηγουμένως δεν τέθηκε ανάλογο θέμα προς συζήτηση σε οποιοδήποτε επίπεδο ή θεσμό διαλόγου. Σε αυτή όμως την περίπτωση, το Υπ. Παιδείας και Πολιτισμού αναλογιζόμενο την πολιτική ευαισθησία για το συγκεκριμένο ζήτημα, το έθεσε προς συζήτηση στο ανώτατο επίπεδο διαλόγου για την Παιδεία, που είναι το Συμβούλιο Παιδείας, της συνεδρίας του οποίου μάλιστα προέδρευσε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας όπου και ανέλυσε το θέμα. Όλα τα κόμματα στην εν λόγω συνεδρία τοποθετήθηκαν θετικά ως προς την πρόθεση του Υπουργείου να προχωρήσει με το συγκεκριμένο στόχο, για αυτό και το Υπουργείο προχώρησε στο δεύτερο στάδιο, της διαμόρφωσης του σχεδιασμού για την προώθηση του στόχου. Σε αυτό το στάδιο κλήθηκαν όλοι οι εμπλεκόμενοι στην εκπαίδευση (εκπαιδευτικοί, γονείς) ώστε να συμμετάσχουν ως ισότιμα μέλη στην Επιτροπή Προώθησης του στόχου με όρους εντολής την επεξεργασία των δράσεων και του βοηθητικού υλικού που θα σταλεί στους εκπαιδευτικούς. Δεν κατανοούμε λοιπόν προς τι οι αντιδράσεις από διάφορες κατευθύνσεις για τη διαδικασία που ακολουθήθηκε.

Η μόνη εξήγηση που εμείς μπορούμε να δώσουμε είναι ότι κάποιοι αναζητούν προφάσεις για να υπονομεύσουν αυτή την προσπάθεια επειδή είναι ιδεολογικά αντίθετοι με το περιεχόμενο του στόχου. Μη έχοντας όμως επιχειρήματα ούτε την τόλμη να βγουν ξεκάθαρα να διατυπώσουν την διαφωνία τους, εστιάζουν την κριτική τους στην διαδικασία.

Έχει τεθεί το θέμα της συνέχειας στην εκπαιδευτική πολιτική σε σχέση με τον προηγούμενο στόχο του «Δεν ξεχνώ». Θεωρείτε ότι ο φετινός στόχος της χρονιάς βρίσκεται σε παράλληλη πορεία με τον προηγούμενο ή ότι ενδεχομένως επιχειρείται μια ανατροπή ως προς τα δεδομένα και τις αντιλήψεις που δημιουργούνταν μέχρι τώρα;

N. T.: Προσωπικά θεωρώ πως ο φετινός στόχος αποτελεί την συνέχεια του προηγούμενου στόχου. Τι σημαίνει Δεν Ξεχνώ; Δεν ξεχνώ τη σκλαβωμένη γη μου, το χωριό μου, το σπίτι μου, τον τάφο του πατέρα ή του παππού μου. Κι από κει και πέρα τι κάνω; Προσπαθώ να μεταφέρω την ειρήνη στον τόπο μου. Και η ειρήνη πως επιτυγχάνεται; Επιτυγχάνεται με την εIρηνική συνύπαρξη ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων, δηλαδή των βασικών κοινοτήτων που ζουν στην πατρίδα μας. Θεωρώ ότι αν και εφόσον κατορθώσουμε να περάσουμε αυτό το μήνυμα στη νέα γενιά, στη γενιά για την οποία όλοι λέμε πολλά, μεγαλοστομα πολλές φορές, και στο τέλος της ημέρας κάνουμε πολύ λίγα, θα πετύχουμε κάτι το πολύ σημαντικό γιατί θα προσθέσουμε έναν σημαντικότατο κρίκο στον προηγούμενο, στη διαχρονική ρήση του δεν ξεχνώ.

Δεν ξεχνώ και αγωνίζομαι για ειρηνική συμβίωση. Για αυτό σαφέστατα δεν ξεχνάμε πως το 1974 έγινε η εισβολή των Τούρκων στη Κύπρο και κατέκτησαν σχεδόν τη μισή μας πατρίδα. Δεν ξεχνάμε πως πρέπει να διώξουμε όλους τους τούρκους στρατιώτες από την Κύπρο. Δεν ξεχνάμε ότι πρέπει να εμποδίσουμε τη διχοτόμηση, την ίδια ωρα όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πρέπει να επανενώσουμε τη πατρίδα μας. Δεν πρέπει να ξεχνάμε οτι πρέπει να ζήσουμε και να ριζώσουμε ειρηνικά σ’αυτη τη γή.

Γ. Λ.: Το «Δεν ξεχνώ», ως μόνιμος υπό έμφαση στόχος, υλοποιείται και φέτος και η σχετική εγκύκλιος έχει αποσταλεί από τον Αύγουστο, πολύ πριν γίνουν πρακτικές ενέργειες για τους φετινούς υπό έμφαση στόχους. Το «Δεν Ξεχνώ» και η καλλιέργεια αγωνιστικής συνείδησης δεν κινούνται απλώς παράλληλα με τον φετινό υπό έμφαση στόχο αλλά ταυτίζονται γιατί υπηρετούν την ίδια επιδίωξη. Την απαλλαγή από την κατοχή και την διχοτόμηση και την επανένωση της πατρίδας και του λαού μας. Εμείς θεωρούμε ότι η καλλιέργεια κουλτούρας ειρηνικής συμβίωσης, συνεργασίας και αμοιβαίου σεβασμού ήταν και παραμένει συστατικό στοιχείο του αντικατοχικού αγώνα και πολύ κακώς το κράτος και η παιδεία μας έχουν αργοπορήσει να εντάξουν αυτήν την φιλοσοφία ως αναπόσπαστο τμήμα της διαπαιδαγώγησης της νεολαίας μας. Πιο συγκεκριμένα ο στόχος υπηρετεί την πολιτική της πλευράς μας για μια πατρίδα, ένα λαό και όχι την φιλοσοφία των δύο κρατών και δύο λαών. Περαιτέρω, μέσα από την προώθηση του στόχου δημιουργούμε προϋποθέσεις εξεύρεσης κοινής γλώσσας και δημιουργίας κοινού μετώπου με τις προοδευτικές, φιλειρηνικές τ/κ δυνάμεις, πολλαπλασιάζοντας έτσι την διαπραγματευτική μας ισχύ.

Είναι δε αυτονόητο ότι για να λειτουργήσει στην πράξη η όποια λύση ελπίζουμε να εξευρεθεί, είναι απολύτως απαραίτητο να προετοιμαζόμαστε ως κοινωνία και πολύ περισσότερο να προετοιμάζεται η νεολαία μας για μια τέτοια εξέλιξη αφού δυο γενιές ολόκληρες δεν έχουν σχεδόν καμιά επαφή με το σύνοικο στοιχείο.

Το θέμα του στόχου της χρονιάς έχει συζητηθεί και σε εκπαιδευτικό αλλά και σε πολιτικό πλαίσιο. Θεωρείτε ότι οι εκπαιδευτικοί στόχοι εντάσσονται στο πλαίσιο της γενικότερης πολιτικής στόχευσης της εκάστοτε κυβέρνησης; Είναι η Παιδεία ένας τομέας ξεχωριστός; Είναι η Κύπρος ιδιαίτερη περίπτωση λόγω του πολιτικού προβλήματος; Τελικά, όπως διαφάνηκε και από τη συζήτηση για τα εγχειρίδια της Ιστορίας, Παιδεία και Πολιτική δύσκολα διαχωρίζονται...

N. T.: Για εμάς στο ΔΗΣΥ η παιδεία αποτελεί εθνικό κεφάλαιο. Δεν είναι ούτε κοκκινη, ούτε μπλε. Θα ήταν ουτοπία να ισχυρισθεί κανείς ότι η Παιδεία είναι εντελώς ξεκομμένη από το συνολικό πλαίσιο πολιτικής. Από κει και πέρα, όμως, επίσης κανένας δεν μπορεί να πει ότι πρέπει να γίνονται κινήσεις στην Παιδεία οι οποιες θα εξυπηρετούν τον α ή β πολιτικό χώρο, τον α ή β πολιτικό. Λυπάμαι να παρατηρήσω ότι τους μήνες που πέρασαν είδαμε εκ πλευράς κυβέρνησης ορισμένες πράξεις ή παραλείψεις, ορισμένες συμπεριφορές οι οποιές τείνουν να καταδείξουν ότι οι κυβερνώντες χρησιμοποιούν τη Παιδεία και την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση ως εργαλείο για να επιτύχουν τους μικροκομματικούς τους στόχους ή για να διευρύνουν, αν θέλετε, την επιρροή τους στη κυπριακή κοινωνία. Ως παραδείγματα μπορώ να σας θέσω τη συζήτηση που άρχισε, χωρίς κανένας να γνωρίζει από που, για την αναθεώρηση των βιβλίων της ιστορίας, τους διορισμούς που έγιναν στις διάφορες επιτροπές εκ πλευράς κυβερνήσεως, διορισμοί οι οποιοί κατά το πλείστον απαρτίζονται από κομματικά στελέχη του ΑΚΕΛ και το πρόσφατο θέμα με τη κατάθεση στη Βουλή κανονισμών για την κομματικοποίηση των σχολείων. Μια ξεπερασμένη μορφή συμπεριφοράς η οποία βεβαίως δεν μας βρίσκει καθόλου σύμφωνους.

Καλούμε τους κυβερνώντες, με την ευκαιρία, να προχωρήσουν σε διάλογο σε όλα τα θέματα που αφορούν την παιδεία. Θα επαναλάβω ότι το ΑΚΕΛ όλα τα προηγούμενα χρόνια ζητούσε επίμονα τον διάλογο για τα θέματα της Παιδείας. Σήμερα, δυστυχώς, 8 μήνες μετά την ανάληψη της εξούσίας από τον κ. Χριστόφια δεν υπάρχει διάλογος, κατήργησαν τον διάλογο και έχω την εντύπωση ότι με τέτοιο τρόπο, όχι μόνο μεταρρύθμιση δεν μπορούμε να επιτύχουμε αλλά είμαι σίγουρος ότι θα επιτύχουμε ακριβώς το αντίθετο, την απορρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος.

Γ. Λ.: Παιδεία, Ιστορία, Ιδεολογία και Πολιτική είναι έννοιες αδιαχώριστες αφού σε όλες τις εποχές και σε όλες τις μορφές οργάνωσης των ανθρώπινων κοινωνιών μέχρι και τη σημερινή, η Παιδεία ήταν και είναι εμποτισμένη με την ιδεολογία των κυρίαρχων τάξεων και των πολιτικών τους εκφραστών. Αυτό εξηγεί γιατί μέχρι και τις μέρες μας ο χώρος της Παιδείας είναι πεδίο συνεχούς ιδεολογικής ζύμωσης ενώ σε πλείστες περιπτώσεις στην Ευρώπη και αλλού αποτελεί κεντρικό σημείο της προεκλογικής αντιπαράθεσης σε πολιτειακές εκλογικές διαδικασίες. Αναφερόμενοι στη δική μας περίπτωση, η κυβέρνηση Χριστόφια έχει δεσμευτεί για την υλοποίηση ενός ιδιαίτερα φιλόδοξου προγράμματος για την Παιδεία το οποίο έχει ασφαλώς, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση, το δικό του ιδεολογικό στίγμα. Ειδικότερα για το μάθημα της ιστορίας εμείς στηρίζουμε την πρόθεση του Υπ. Παιδείας να προχωρήσει συναινετικά στις επιβαλλόμενες εκσυγχρονιστικές αλλαγές. Είναι πεποίθηση μας ότι η διδασκαλία της ιστορίας θα πρέπει να στηρίζεται σε βασικές επιστημονικές αρχές και μεθοδολογία, όπως καθορίζονται και από το Συμβούλιο της Ευρώπης, προβάλλοντας την κοινωνική, οικονομική, πολιτιστική διάσταση της ιστορίας και όχι μόνο την πολιτικο – διπλωματική. Η Ιστορία πρέπει να καταγράφεται χωρίς αποσιωπήσεις, εξιδανικεύσεις, μυθοποιήσεις, αφορισμούς και καλλιέργεια στερεοτύπων. Επειδή ακριβώς η Κύπρος αντιμετωπίζει το πρόβλημα επιβίωσης της εξαιτίας των κινδύνων από την συνεχιζόμενη κατοχή, η τήρηση αυτών των επιστημονικών αρχών και μεθοδολογίας είναι ακόμη περισσότερο αναγκαία προϋπόθεση αν ο στόχος μας είναι η ιστορία όπως και η Παιδεία γενικότερα να βοηθά στην άντληση εκείνων των διδαγμάτων που θα μας βοηθήσουν να προχωρήσουμε με σταθερά βήματα στο παρόν και το μέλλον.

Κρίνοντας τελικά το φετινό εκπαιδευτικό στόχο, λαμβάνοντας δε υπόψη και τις συνθήκες που δημιουργήθηκαν μετά την εξαγγελία του, θεωρείτε ότι η αξιολόγησή του θα γίνει στο τέλος της τρέχουσας σχολικής χρονιάς ή πρόκειται μάλλον για μακροπρόθεσμο στόχο; Μπορεί να δημιουργήσει ευνοϊκές συνθήκες για την Κύπρο του αύριο;

N. T.: Νομίζω ότι ο στόχος για ειρηνική συμβιώση πρέπει να είναι η διαχρονική αποστολή του κυπριακού εκπαιδευτικού συστήματος, της κυπριακής κοινωνίας, όλων μας, γιατί θεωρώ ότι χωρίς ειρηνική συμβίωση ή χωρίς προσπάθεια για να μεγιστοποιησουμε τα ενδεχόμενα και τις πιθανότητες για ειρηνική συμβίωση με τους τουρκοκύπριους δεν μπορούμε να πετύχουμε τίποτα. Για αυτό, ναι, η αξιολόγηση πρέπει να γίνει και στο τέλος της χρονιάς αλλά και στο τέλος κάθε χρονιάς και ελπίζω να μην υπάρξουν πάρα πολλές χρονιές μέχρι την ευλογημένη κείνη μέρα που θα κατορθώσουμε να επανενώσουμε την πατρίδα μας, να ξαναζήσουμε ειρηνικά σ’αυτο τον τόπο. Γιατί νομίζω ότι η ειρήνη και η δημοκρατία ασφαλώς είναι τα δυο κορυφαία αγαθά που πρέπει να προστατεύσουμε, να εμπεδώσουμε και να περάσουμε στους μαθητές μας σήμερα.

Γ. Λ.: Η αξιολόγηση για τον υπό έμφαση στόχο θα πρέπει να είναι συνεχής με επιδίωξη τον έλεγχο για τον βαθμό υλοποίησης του και την αντιμετώπιση αδυναμιών και προβλημάτων που θα εντοπίζονται στην πορεία.

Γενικότερα η δική μας θέση ως ΑΚΕΛ, για τους λόγους που εξήγησα προηγουμένως, είναι ότι αυτός ο στόχος θα πρέπει να διαχυθεί στα αναλυτικά προγράμματα ώστε να αποτελέσει βασικό στοιχείο του χαρακτήρα της εκπαίδευσης μας και όχι να έχει ημερομηνία λήξης με το τέλος της χρονιάς.

του Δημήτρη Συμεωνίδη, Eκπαιδευτικού

Add comment