Η γνώση της πολιτιστικής κληρονομιάς αποτελεί εφόδιο για την πορεία κάθε κοινωνίας. Είναι μέσο απόκτησης συνολικής μνήμης, γνωριμίας με το παρελθόν και διαμόρφωσης του μέλλοντος τόσο σε προσωπικό όσο και σε συνολικό επίπεδο.
Τα μουσεία αποτελούν την κυριότερη πηγή γνώσης και σημείο επαφής με την πολιτιστική κληρονομιά κάθε τόπου. Η μορφή και ο ρόλος που κατέχουν στην κοινωνία αντικατοπτρίζουν τα χαρακτηριστικά κάθε εποχής καθώς μουσείο και κοινωνία αποτελούν αλληλένδετες έννοιες.
Η κυριότερη εξέλιξη στη μορφή και το ρόλο των μουσείων έγινε αισθητή τις τελευταίες δεκαετίες. Από απρόσιτους, εσωστρεφείς οργανισμούς, έχουν μετατραπεί σε ανοιχτά εξωστρεφή ιδρύματα που στοχεύουν στην άτυπη εκπαίδευση ανθρώπων κάθε ηλικίας, μορφωτικού επιπέδου και καταγωγής. Ενεργοποιούν ποικιλόμορφους μηχανισμούς επικοινωνίας με το κοινό, επιδιώκοντας την καλλιέργεια της φαντασίας, της δίψας για εξερεύνηση, αναζήτηση και γνώση.
Στην Κύπρο τα μουσεία καλούνται να ακολουθήσουν αυτή τη νέα πορεία πλεύσης και να ανταποκριθούν στις προκλήσεις των καιρών για την ενεργή συμβολή τους στη διαμόρφωση και εξέλιξη της κοινωνίας. Τα τελευταία χρόνια γίνονται αξιόλογα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Αρκετά μουσεία εφαρμόζουν νέες πρακτικές παρουσίασης και ερμηνείας των συλλογών τους με τρόπο που να είναι πιο ευχάριστος και κατανοητός στο ευρύ κοινό. Υιοθετούνται διαφορετικές μέθοδοι επικοινωνίας με το κοινό μέσα από περιοδικές εκθέσεις, εκδηλώσεις και εκπαιδευτικά προγράμματα ειδικά διαμορφωμένα για το σκοπό αυτό. Παράλληλα, αναπτύσσεται ένας γενικότερος προβληματισμός σχετικά με τους λόγους για τους οποίους τα μουσεία δυσλειτουργούν, καθώς και με τους τρόπους αντιμετώπισής τους.
Παρ’ όλα αυτά, η εικόνα που παρουσιάζουν τα μουσεία μέσα στην κυπριακή κοινωνία είναι αντιφατική. Παρά τις αξιόλογες προσπάθειες που καταβάλλονται για την εξέλιξη των μουσείων σε οργανισμούς που παράγουν κοινωνικό έργο, η ανταπόκριση του κοινού δεν είναι η αναμενόμενη. Βάσει ερευνών που έχουν γίνει, ένα πολύ μικρό ποσοστό Κυπρίων θεωρούν τα μουσεία έκφραση πολιτισμού και ένα ακόμη μικρότερο ποσοστό τα επισκέπτονται. Είναι λοιπόν φανερό πως ένας από τους κύριους στόχους των μουσείων, που είναι η ανάπτυξη εποικοδομητικού διαλόγου με την κοινωνία, δεν έχει ακόμη επιτευχθεί.
Με όσα περιγράφονται πιο πάνω, είναι φανερό πως το πρόβλημα της μειωμένης απήχησης από την κοινωνία δεν έγκειται μόνο στις μεθόδους παρουσίασης συλλογών και επικοινωνίας με το κοινό. Το πρόβλημα έχει τις ρίζες του πολύ πιο βαθιά και, στην πορεία εξέλιξης των μουσείων στην Κύπρο από την πρώτη τους εμφάνιση, στο θεσμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργούν και στις νοοτροπίες και συνήθειες του Κύπριου πολίτη όπως διαμορφώθηκαν μέσα στο χρόνο. Το γεγονός αυτό απαιτεί μία σφαιρική αντιμετώπιση του προβλήματος.
Το πρώτο μουσείο στην Κύπρο ιδρύθηκε το 1882, κατά την περίοδο της αγγλικής αποικιοκρατίας, όταν οι ξένες αρχαιολογικές αποστολές στο νησί είχαν αυξηθεί κατά πολύ και το πλούσιο αρχαιολογικό υλικό απαιτούσε χώρο στέγασης και διαφύλαξης. Το 1935 η Αγγλική Κυβέρνηση εγκαθίδρυσε το πρώτο κυβερνητικό Τμήμα Αρχαιοτήτων και αναδιαμόρφωσε τον Περί Αρχαιοτήτων Νόμο, η μορφή του οποίου αποτελεί τη βάση της Νομοθεσίας που ισχύει και σήμερα. Το 1960, με την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, το Τμήμα Αρχαιοτήτων εντάχθηκε στον κορμό του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων. Είναι ουσιαστικό να επισημανθεί πως το Υπουργείο αποτελείται από εννέα ακόμη τμήματα τα οποία καλύπτουν τους τομείς Δημοσίων Έργων, Επικοινωνιών, Μεταφορών και Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών της Κύπρου. Επιπλέον, το Τμήμα Αρχαιοτήτων έρχεται αντιμέτωπο, πέρα από τις διοικητικές δυσκολίες που κάθε δημόσια υπηρεσία αντιμετωπίζει, με επιπλέον προβλήματα που οφείλονται στο μειωμένο προσωπικό και στα μειωμένα διαθέσιμα κονδύλια.
Είναι λοιπόν εμφανές πως τα μουσεία στην Κύπρο αγωνίζονται να επιβιώσουν και να ανταποκριθούν στις ανάγκες της εποχής μας στη βάση ενός συγκεντρωτικού και δυσλειτουργικού συστήματος μέσα σε ένα ασύμφορο και μη συμβατό με την εποχή μας θεσμικό πλαίσιο. Οι απηρχαιωμένοι και δύσκαμπτοι μηχανισμοί λειτουργούν ως τροχοπέδη κάθε προσπάθειας ανανέωσης . Οι απαιτήσεις των καιρών για εισαγωγή των μουσείων σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον, για οικονομική αυτάρκεια και βιωσιμότητα καθώς και η λειτουργική τους ανάπτυξη σε χώρους που μέχρι πρότινος θεωρούνταν ασύμβατοι για τα μουσειακά δεδομένα, φαντάζουν μακρινές Ιθάκες σε έναν άνισο αγώνα επιβίωσης.
Κι ενώ από τη μία πλευρά ορθώνεται το πρόβλημα της λειτουργίας των μουσείων μέσα σε ένα άγονο θεσμικά έδαφος για την εξέλιξή τους, στην αντίπερα όχθη ορθώνεται ο δεύτερος σημαντικός παράγοντας που θα πρέπει να εξεταστεί: το κοινό. Η διαχείριση/ διοίκηση των μουσείων και το κοινό αποτελούν αλληλοεξαρτώμενα συστατικά για τη σωστή ανάπτυξη των μουσείων και την αναθεώρηση της θέσης τους μέσα στην κοινωνία. Σύμφωνα με τον John Cotton Dane, το μουσείο είναι χρήσιμο στον κόσμο μόνο αν το χρησιμοποιεί, και θα το χρησιμοποιεί μόνο εάν το γνωρίζει. Το χάσμα όμως μεταξύ κοινού και μουσείου στην Κύπρο είναι μεγάλο. Η ανάπτυξη ενός ανοιχτού διαλόγου μεταξύ μουσείου και κοινωνίας απαιτεί τη γνώση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των δύο πλευρών. Στην πλειονότητά του, το κοινό της Κύπρου δε γνωρίζει τι μπορεί να του προσφέρει ένα μουσείο. Και από την άλλη μεριά το μουσείο δεν γνωρίζει τις ανάγκες και τις απαιτήσεις του κοινού το οποίο θέλει να προσεγγίσει και να αντιπροσωπεύσει.
Η αποστασιοποιημένη σχέση μεταξύ μουσείου – κοινωνίας που διαπιστώνεται, οφείλεται στην αμφίπλευρη αυτή άγνοια. Προκειμένου να γεφυρωθεί αυτό το χάσμα, θα πρέπει πρώτα οι άνθρωποι των μουσείων να προσεγγίσουν το κοινό. Να αναγνωρίσουν ποια είναι τα συστατικά που θα του κέντριζαν το ενδιαφέρον σε ένα ανάλογο οργανισμό. Να μάθουν πώς προτιμούν να περνούν οι πολίτες προς τους οποίους απευθύνεται τον ελεύθερό τους χρόνο και να εισαγάγουν αυτά τα στοιχεία μέσα στη μουσειακή εμπειρία που προσφέρουν. Ακολούθως το μουσείο οφείλει να προσεγγίσει το κοινό και να του υποδείξει τι μπορεί να προσφέρει τόσο στον καθένα μεμονωμένα όσο και στην κοινωνία γενικότερα.
Τα μουσεία δεν αποτελούν χώρους για την προβολή ενός παρελθόντος πολιτισμού και μόνο, αλλά και την παρουσίαση του υφιστάμενου και τη δημιουργία συνθηκών για δημιουργία νέου. Παρ’ όλα αυτά, η προβολή του πολιτισμού δεν δίνει αυτόματα κύρος στο μουσείο. Αυτό που του προσδίδει κύρος είναι η ικανότητά του να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της εποχής μας για ανταγωνιστικότητα, επαγγελματισμό, οικονομική αυτάρκεια, βιωσιμότητα και παραγωγικότητα με σταθερό προσανατολισμό την καλλιέργεια και ανάπτυξη μίας αμφίδρομης σχέσης με το κοινό . Μέσα σε μία συνεχώς μεταβαλλόμενη κοινωνία, θα πρέπει τα μουσεία να ανταποκριθούν σε αυτή την πρόκληση και να ακολουθήσουν το ρεύμα των καιρών μας.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Clarke, D V, 1988. Poor Museums, Rich Men’s Media: An archaeological Perspective, in J Bintliff, (ed.), Extracting Meaning from the Past, 44- 49. London: Oxbow Books.
Conybeare, C, 1998. Whose museum is it anyway? Museums and the Communities, Museum Archaeologist, 25, 26-29.
European Commission 2007. European Cultural Values. Special Eurobarometer 278.
Knapp, B A and Antoniadou S, 1998. Archaeology, politics and the cultural heritage of Cyprus, in L Meskel (ed), Archaeology under fire; Nationalism, politics and heritage in Eastern Mediterranean, 13- 41. London: Routledge
Balshaw M and Merriman N, 2008. ‘Ηγεσία Μουσείων βασισμένη στις αξίες’. Τετράδια Μουσειολογίας, 5/ 2008. Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο. Σελ. 33- 38. John Cotton Dane 1909, cited in Wilson 1988, 98)
Museums Association 2008. [online] http://www.museumsassociation.org
Μπακιρτζής, Χ. 2006. Επάνοδος από την Ελλάδα, οι αρχαιότητες στην αυγή του 21ου αιώνα. Ετήσια διάλεξη στη μνήμη του Κωνσταντίνου Λεβέντη. Λευκωσία. Ίδρυμα Λεβέντη. Σελ. 3.
Τετράδια Μουσειολογίας, 5/ 2008. Σημείωμα της Συντακτικής Επιτροπής. Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο.
Τμήμα Αρχαιοτήτων 2006. Ιστορική Αναδρομή. [online]. http://www.mcw.gov.cy/mcw/da/da.nsf/DMLhistory_en/DMLhistory_en?OpenDocument [28 Ιουνίου 2007].
Τμήμα Αρχαιοτήτων 2006. Νομοθεσία. [online].http://www.mcw.gov.cy/mcw/da/da.nsf/All/A2ABFCFE258EFD71C22571A2003A2B9D/$file/law-en-1.pdf [20 Ιούλη 2007].
της Άννας Δημητρίου, Αρχαιολόγου- Μουσειολόγου