του Μουράτ Κανατλί
Ξαναβρισκόμαστε σε μια φάση κινητικότητας όσον αφορά στο Κυπριακό πρόβλημα. Μετά το πραξικόπημα και την εισβολή το 1974, έγιναν πολλές διαπραγματεύσεις σε διάφορα επίπεδα και παράχθηκαν χιλιάδες σελίδες προσχεδίων συμφωνιών, εκ των οποίων όμως, καμιά δεν ήταν επαρκής για να λύσει το πρόβλημα.
Το διεθνές πλαίσιο κατα το χρονικό διάστημα αυτό άλλαζε. Πριν τη δεκαετία του ’90 ο ψυχρός πόλεμος, μετά τη δεκαετία του ’90 ο «μονοπολικός» κόσμος, μια «επεκτεινόμενη ΕΕ», «η 11η Σεπτεμβρίου και οι συνέπειές της» και με την κρίση στον Καύκασο, η επιστροφή σε ένα «πολυπολικό» κόσμο. Όλες αυτές οι εμπειρίες στην πολιτική έχουν επηρεάσει τη διαδικασία επίλυσης πολλών διεθνών προβλημάτων. Βεβαίως, ο Καύκασος, τα Βαλκάνια και η Μέση Ανατολή συνεχίζουν να αγωνίζονται για την ειρήνη με δεκάδες άλυτα προβλήματα.
Η Κύπρος μπορεί ίσως να συμπεριληφθεί και να συζητηθεί ως μέρος ορισμένων από αυτές τις γεωγραφικές περιοχές. Πέραν των συναφών παραμέτρων όμως, είναι σημαντική η θέση της Τουρκίας και της Ελλάδας σ' αυτές και η ανάκλασή της στην Κύπρο, γεγονός που συχνά παραγνωρίζεται.
Η Τουρκία γειτνιάζει και με τις τρεις προαναφερθείσες περιοχές. Σε μια στιγμή δε που συζητείται η κρίση στον Καύκασο, η Αρμενία, η Γεωργία, το Αζερμπαϊτζάν και η Τουρκία έχουν επαφές και συμφωνίες μεταξύ τους. Πρόσφατα η Τουρκία υπόγραψε με το Αζερμπαϊτζάν και τη Γεωργία σιδηροδρομική συμφωνία που ονομάζεται και σιδερένια-μεταξωτή οδός (Τρανσκαυκασικός Σιδηρόδρομος) ανοίγοντας ξανά μια εμπορική οδό που θα συνδέει την Ευρώπη και την Κίνα. Όλοι γνωρίζουν επίσης, τον αγωγό Μπακού-Τιφλίδα-Τζεϋχάν και είναι απαραίτητο να υπογραμμίσουμε τη σημασία της μεταφοράς των ενεργειακών πόρων του Καυκάσου στην Ευρώπη ανεξάρτητα από τη Ρωσία, η οποία αποτελεί ούτως ή άλλως ένα ενεργειακό γίγαντα.
Ως εκ τούτου, εκτός από τις οδούς ενέργειας προς τη Μεσόγειο μέσω της Τουρκίας, η μεταφορά ενεργειακών πόρων μέσω της Μαύρης Θάλασσας προς την Αδριατική είναι εξίσου σημαντική. Το πρόβλημα βέβαια, περιπλέκεται αν σκεφτούμε ότι το Κόσοβο βρίσκεται στην διαδρομή ενός τέτοιου αγωγού. Φυσικά, αυτές είναι κινήσεις που θα γίνουν ανάλογα με την επιρροή της Ρωσίας πάνω στις χώρες του Καυκάσου. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η Αρμενία έχει στρατηγική θέση, καθότι εάν τεθεί υπό Ρωσική κηδεμονία ακυρώνονται οι εναλλακτικές διαδρομές για μεταφορά ενέργειας και επηρεάζεται η ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή του Καυκάσου. Από αυτή την κρίσιμη σκοπιά, η σημασία της επαναπροσέγγισης Τουρκίας και Αρμενίας γίνεται καλύτερα κατανοητή.
Το Μεσανατολικό Πρόβλημα φαίνεται να είναι ένας χώρος εμπειρίας όλων των διεθνών παραγόντων. Λανθασμένα όμως, το πρόβλημα αξιολογείται αποκλειστικά στη βάση των ενεργειακών πόρων. Στη Μέση Ανατολή όμως, το νερό είναι πολυτιμότερος φυσικός πόρος από το πετρέλαιο. Ενώ βέβαια οι ενεργειακοί πόροι παρέχουν ένα πολύτιμο πλεονέκτημα για τη Δύση, το νερό όχι. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, αν θυμηθούμε ότι κάποια μέρη της κατειλημμένης Παλαιστίνης και τα Υψώματα Γκολάν είναι πλούσια σε υδάτινους πόρους, τότε οι λόγοι για τα χρόνια της κατοχής και των διαμαχών γίνονται καλύτερα αντιληπτοί. Όμως αυτοί οι πόροι δεν είναι επαρκείς για τις χώρες στην περιοχή. Σε αυτό το σημείο θα ήταν σκόπιμο να επισημάνουμε ότι η Τουρκία είναι μια από τις χώρες στην περιοχή και ίσως σε όλο τον κόσμο με πλούσιους υδάτινους πόρους. Το νερό ως αντάλλαγμα για ενέργεια είναι ένας σημαντικός παράγοντας άσκησης πολιτικής στην περιοχή.
Η πρόσβαση στις πηγές ενέργειας, το νερό και άλλους υπόγειους πόρους και ο έλεγχος και η μεταφορά των πόρων αυτών μπορούν εύκολα να επεξηγήσουν την κρίσιμη θέση της Τουρκίας και της Ελλάδας.
Φυσικά θα ήταν χρήσιμο να υπογραμμίσουμε ότι αυτός ο αγώνας για τους πόρους δεν είναι προς το συμφέρον των ανθρώπων της περιοχής ή παράλληλος με τις αξιώσεις τους. Αντιθέτως, είναι τα συμφέροντα των πολυεθνικών εταιρειών και των ιμπεριαλιστικών χωρών που αποκτούν σημασία. Τουτέστιν, η ελαχιστοποίηση του κόστους και η μεγιστοποίηση του κέρδους από τον έλεγχο των πόρων, την ασφάλεια και την πρόσβαση σ' αυτούς. Αυτή η ισορροπία δυνάμεων είναι πολύ συχνά ο λόγος για την έναρξη, την συνέχιση και το τέλος των συγκρούσεων στον κόσμο. Σήμερα, με την κρίση στην οποία βρίσκεται ο καπιταλισμός, είναι ξεκάθαρο ότι ο έλεγχος των πόρων καθίσταται πιο σημαντικός από ποτέ.
Επιπρόσθετα, για μια Ευρώπη των 500 εκατομμυρίων που γερνούν, η Τουρκία με τον νεαρό της πληθυσμό των 70 εκατομμυρίων θα παρέχει φτηνό εργατικό δυναμικό και τη δυνατότητα υψηλής αγοραστικής δύναμης. Με όλα αυτά υπόψη, ποιος θα έδινε οποιαδήποτε σημασία στην παγωμένη κρίση στην Κύπρο, της οποίας ο πληθυσμός είναι ίσως μόνο λίγο πάνω από ένα εκατομμύριο;
Γιατί σας τα θύμισα όλα αυτά;
Σε μια χρονική περίοδο που το Κυπριακό πρόβλημα επανήλθε στο προσκήνιο, θα ήταν μάταιο να στρέψουμε τις προσδοκίες μας προς τα έξω αναμένοντας λύση. Οφείλουμε να αντιληφθούμε ότι θα ήταν δύσκολο να αναγκάσουμε την Ελλάδα και την Τουρκία, δύο χώρες τόσο κρίσιμα κοντά στους ενεργειακούς πόρους, για μια λύση στην Κύπρο που θα εξυπηρετεί τους κατοίκους της.
Ως εκ τούτου, μια προσεχής συμφωνία δε θα προνοεί απαραίτητα τη δικαιοσύνη, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ελευθερίες για τους Κύπριους ενώ ίσως νομιμοποιεί κάποιες από τις παράνομες ενέργειες. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η πολιτική της αναμονής για μια «καλύτερη» συμφωνία δε θα βελτιώσει αυτά τα θέματα. Αν συγκρίνουμε τα κείμενα των προταθέντων συμφωνιών της δεκαετίας του ’80 με αυτά της δεκαετίας του ’90 θα δούμε ότι η επιρροή του διεθνούς περιβάλλοντος υπήρξε μικρή αλλά αν συνυπολογίσουμε τα κείμενα της δεκαετίας του 2000 θα καταλάβουμε πόσο μεγάλη υπήρξε η αλλαγή.
Πρέπει να κατανοήσουμε ότι αυτοί από τους οποίους αναμέναμε παγκόσμια ειρήνη και δικαιοσύνη θέτουν πάνω απ' όλα τα παγκόσμια συμφέροντα. Απ' αυτή την άποψη, είτε η λύση στην Κύπρο είναι σήμερα, είτε αύριο, είτε ακόμα και σε 50 χρόνια, γι' αυτούς δεν υπάρχει θέμα εφόσον η Ελλάδα, η Τουρκία και οι χώρες που εξαρτώνται από αυτούς είναι ευχαριστημένες. Γι’ αυτό το λόγο το προοδευτικό κίνημα του τόπου πρέπει να εκφράσει την απαίτηση για μια συμφωνία χωρίς καθυστέρηση. Παράλληλα, η Αριστερά θα πρέπει να έχει ως προτεραιότητα τη δόμηση ενός πιο ισχυρού αγώνα για τοπική και παγκόσμια ειρήνη και δικαιοσύνη. Αυτός είναι ο μόνος δρόμος για ειρήνη και ενότητα.
Σήμερα χάνουμε, αλλά ακόμα μπορούμε να κερδίσουμε το αύριο.