logo

Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης και Ιστορία

«Η Δημόσια Ιστορία (public history) έχει τεράστια δύναμη και πολύ μεγαλύτερη αμεσότητα από την ακαδημαϊκή αδελφή της […] Στις Αγγλοσαξονικές μάλιστα χώρες έχει αναγνωριστεί και ως πανεπιστημιακό γνωστικό αντικείμενο…». Αυτά αναφέρει ο Χάγκεν Φλάισερ, σε πρόσφατη συνέντευξή του στο Βήμα των Αθηνών (14 Σεπτεμβρίου 2008, αρ. Φύλλου 15461), αναδεικνύοντας τη δυναμική που έχει αναπτύξει τις τελευταίες δεκαετίες η Δημόσια Ιστορία και στον τρόπο που αυτή, εν τέλει, διαχειρίζεται την ιστορική μνήμη.

Tο φαινόμενο, βέβαια, είναι παγκόσμιο και η Κύπρος ασφαλώς δε θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση. Ο δημόσιος «διάλογος», που έχει προσφάτως αρχίσει γύρω από το θέμα της συγγραφής νέων σχολικών εγχειριδίων της Ιστορίας της Κύπρου, αποδεικνύει απλώς του λόγου το αληθές. Πολιτικοί και θρησκευτικοί ταγοί, οργανώσεις και σύνδεσμοι, media και απλοί πολίτες, όλοι φέρονται να έχουν απόψεις επί του θέματος. Το πρόβλημα, βέβαια, δεν είναι αυτές καθαυτές οι απόψεις. Άλλωστε δικαίωμα στην άποψη επιβάλλεται να έχει σε μια σύγχρονη κοινωνία κάθε πολίτης. Το πρόβλημα ξεκινά από τη στιγμή που η συναισθηματική εμπλοκή μας με το παρελθόν, αποστεωμένη από κάθε επιστημονικό έρεισμα, απολυτοποιεί τις απόψεις και καθιστά τους εκφραστές αυτών των απόψεων ως τους μόνους γνήσιους φορείς της μιας και μοναδικής ιστορικής αλήθειας, η οποία δεν επιδέχεται καμία αμφισβήτηση.

Εύλογα αναρωτιέται λοιπόν κανείς με ποιο τρόπο θα μπορέσει να προχωρήσει η συγγραφή νέων σχολικών εγχειριδίων για τη Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία της Κύπρου, παρόλο που η ανάγκη για κάτι τέτοιο φαίνεται να είναι πρόδηλη. Άλλωστε η Ιστορία, όπως και κάθε επιστήμη, είναι εκ φύσεως ζωντανοί οργανισμοί. Συνεπώς, δεν μπορούν να συμβιβαστούν με τη στατικότητα κα τη δογματικότητα.

Τα σχολικά βιβλία της Ιστορίας της Κύπρου ασφαλώς και χρειάζονται εκσυγχρονισμό και ως προς το περιεχόμενο και ως προς τις μεθοδολογικές προσεγγίσεις. Το έργο αυτό είναι πολύ δύσκολο και αυτοί που θα κληθούν να το αναλάβουν θα επωμιστούν εκ προοιμίου ένα ιδιαίτερα επαχθές φορτίο. Αυτός, όμως, δεν είναι λόγος για να μην προχωρήσουν τα πράγματα. Σύντομα θα πρέπει να διαμορφωθεί ο στρατηγικός σχεδιασμός, το πλαίσιο και οι κατευθυντήριοι άξονες πάνω στους οποίους επιβάλλεται να κινηθεί το όλο εγχείρημα. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι ασφαλώς ο καταρτισμός νέων σύγχρονων αναλυτικών προγραμμάτων. Επειδή, όμως, οι πιο πάνω διαδικασίες είναι χρονοβόρες, θα μπορούσε σε σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα να υλοποιηθεί μια εναλλακτική πρόταση, που θεωρώ ότι θα είχε πολλαπλά οφέλη για τον τόπο, δεδομένης και της κρίσιμης φάσης στην οποία έχει ήδη εισέλθει το Κυπριακό.

Στο πλαίσιο, λοιπόν, των προσπαθειών που γίνονται για επίλυση του προβλήματος και των διεργασιών για προώθηση μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μεγαλύτερων Κοινοτήτων του τόπου, θα μπορούσε να συγκροτηθεί μια κοινή επιτροπή από Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους ιστορικούς, η οποία να έχει ως μοναδικό όρο εντολής τη δημιουργία ενός εναλλακτικού (όχι διδακτέου) υλικού για τη Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία της Κύπρου, στηριζόμενο σε κάποιους συμφωνημένους θεματικούς άξονες όπως π.χ. κοινοί αγώνες Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, πολιτιστική κληρονομιά κ.ά. Το πρωτογενές αυτό υλικό (γραπτές μαρτυρίες, εικονιστικό και άλλο υλικό), θα μπορούσε με πολιτική απόφαση των ηγετών των δύο Κοινοτήτων να εισαχθεί στα σχολεία και να αξιοποιηθεί, ως υποστηριχτικό υλικό, από τους διδάσκοντες το μάθημα της Ιστορία της Κύπρου. Μια τέτοια προσπάθεια θα είχε πέραν των όποιων άλλων θετικών συνεπειών και σπουδαία συμβολική αξία, καθώς θα είναι το πρώτο κοινό σχολικό εγχειρίδιο, το οποίο θα συμβάλει σημαντικά στη διαμόρφωση κουλτούρας ειρηνικής συμβίωσης, αμοιβαίου σεβασμού και συνεργασίας μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.

Η Ιστορία θα μπορούσε να αξιοποιηθεί και στην Κύπρο, όπως σε τόσα άλλα σημεία του πλανήτη, ως εργαλείο διαλόγου και όχι ως πεδίο αντιπαράθεσης. Αυτό που τώρα χρειάζεται είναι πρωτίστως απαγκίστρωση από συμπλέγματα του παρελθόντος και στερεοτυπικές αντιλήψεις, που προάγουν, πολλές φορές και ακούσια, το διχασμό και τη μισαλλοδοξία. Η παραγωγή του προτεινόμενου εναλλακτικού υλικού θα ήταν, κατά τη γνώμη μου, ένα θετικό βήμα, προκειμένου να ξεκινήσει στην Κύπρο ένας πραγματικά εποικοδομητικός διάλογος ανάμεσα στις νέες γενιές όλων των Κοινοτήτων και στην Ιστορία του τόπου τους. Αυτός ο διάλογος θα τους βοηθήσει να κατανοήσουν καλύτερα τον εαυτό τους και να σταθούν με περισσότερη αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία μπροστά στις προκλήσεις του μέλλοντος.

του Γιάννου Σωκράτους, Εκπαιδευτικού/Φιλόλογου

Add comment