logo

Το δημοκρατικό έλλειμμα της ΕΕ και το μέλλον της Ένωσης

Η έκταση του δημοκρατικού ελλείμματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνδέεται άρρηκτα με το βαθμό μεταφοράς εξουσιών από τα κράτη μέλη στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ασυμμετρία μεταξύ οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης σε συνδυασμό με την πολιτική δέσμευση της γεωγραφικής και πληθυσμιακής επέκτασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις διευρύνσεις του 2004 και του 2007, ανέδειξε ακόμα περισσότερο την έλλειψη δημοκρατικής νομιμοποίησης του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, καθιστώντας έτσι απολύτως αναγκαία και τη θεσμική αναδιάρθρωση του.

Το σύστημα κατανομής αρμοδιοτήτων μέσω των Συνθηκών, όπως έχει διαμορφωθεί και με τη Συνθήκη της Νίκαιας, χαρακτηρίζεται από πολύπλοκη διάρθρωση, με την ύπαρξη τεσσάρων Συνθηκών και δυο διαφορετικών οντοτήτων (της Ένωσης και της Κοινότητας), από πληθώρα κανονιστικών κειμένων άνισης και ενίοτε αμφίβολης νομικής ισχύος καθώς και από την απουσία μιας πραγματικής ιεράρχησης των νομοθετικών πράξεων.

Στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Νίκαιας το Δεκέμβριο του 2000 εγκαινιάστηκε μια ευρεία δημόσια διαβούλευση σχετικά με το μέλλον της Ευρώπης, καθώς και μια Ευρωπαϊκή Συνέλευση με αποστολή να αυξήσει τη δημοκρατική νομιμοποίηση της Ένωσης. Το αποτέλεσμά της ήταν η πρόταση ενός σχεδίου συνταγματικής συνθήκης που έδινε ικανοποιητικές απαντήσεις στο παραπάνω πρόβλημα ενισχύοντας τις αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσον αφορά το διορισμό και τον έλεγχο της Επιτροπής και διευρύνοντας το πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας συναπόφασης.

Η απόρριψη της Συνταγματικής Συνθήκης στα δημοψηφίσματα επικύρωσης της, που πραγματοποιήθηκαν το 2005 στη Γαλλία και την Ολλανδία, οδήγησαν στην αναθεώρηση του κειμένου που είχε ετοιμαστεί από την Ευρωπαϊκή Συνέλευση από τεχνοκράτες των εθνικών κυβερνήσεων. Η αδυναμία των πολιτικών ηγεσιών των χωρών μελών της Ένωσης να λάβουν το μήνυμα των αρνητικών δημοψηφισμάτων της Γαλλίας και της Ολλανδίας, και ο πρόχειρος χειρισμός του θέματος της νέας συνθήκης οδήγησε στην απόρριψη (αυτή τη φορά στην Ιρλανδία) και του αναθεωρημένου κειμένου που τέθηκε προς έγκριση σε δημοψήφισμα , της Συνθήκης της Λισαβόνας.

Ασφαλώς, οι λόγοι απόρριψης της συνταγματικής αλλά και της αναθεωρημένης συνθήκης δε περιορίζονται στην έλλειψη της δημοκρατικής νομιμοποίησης τους, αναντίλεκτα όμως, αποτελεί ένα σημαντικό παράγοντα· ένα μήνυμα το οποίο οι πολιτικές ηγεσίες στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα έπρεπε να είχαν λάβει σοβαρά υπόψη τους. Η περίοδος «περισυλλογής» που εγκαινιάστηκε μετά την απόρριψη της Συνταγματικής Συνθήκης το 2005 θα επέτρεπε τη διεξαγωγή ευρείας συζήτησης σε κάθε κράτος μέλος και στην οποία θα συμμετείχαν η κοινωνία των πολιτών, οι κοινωνικοί εταίροι, τα εθνικά κοινοβούλια και τα πολιτικά κόμματα με τη συμβολή και των θεσμικών οργάνων της ΕΕ.

Τα αποτελέσματα της περιόδου περισυλλογής δεν ήταν τα αναμενόμενα. Πραγματικός διάλογος που να αγγίζει τα σημαντικά σημεία δεν έγινε, στην έκταση τουλάχιστον που θα μπορούσε να επιφέρει τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Οι ανησυχίες της κοινωνίας των πολιτών δεν εισακούστηκαν ή δεν λήφθηκαν επαρκώς υπόψιν ενώ η επικοινωνιακή πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν υλοποιήθηκε βρίσκοντας εμπόδια σε ατέρμονα διαδικαστικά θέματα. Η απόρριψη της νέας αναθεωρημένης συνθήκης στην Ιρλανδία το καλοκαίρι του 2008 ήρθε να επιβεβαιώσει με τον πιο άσχημο τρόπο αυτό το γεγονός.

Σε μια χώρα κατεξοχήν υπέρμαχο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ο διάλογος γύρω από την επικύρωση της Συνθήκης αναλώθηκε σε θέματα που ουδόλως είχαν σχέση με το περιεχόμενο της Συνθήκης: την απώλεια του δικαιώματος της Ιρλανδίας να καθορίζει τη δική της εταιρική φορολογική βάση (corporate tax base), τον περιορισμό στα δικαιώματα των εργαζομένων, τη διάβρωση της ουδετερότητας της Ιρλανδίας και τον περιορισμό του ελέγχου των αμβλώσεων.

Σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό της Ιρλανδικής κυβέρνησης σχετικά με τους λόγους απόρριψης της Μεταρρυθμιστικής Συνθήκης διαφάνηκε ότι η έλλειψη ενημέρωσης αποτελεί τον κύριο λόγο για την αρνητική ψήφο αλλά και για την αποχή από το δημοψήφισμα. Παράλληλα οι δηλώσεις του Ιρλανδού Πρωθυπουργού (Taoiseach) Brian Cowen καθώς και του Ιρλανδού Επίτροπου Charlie McCreevy, ότι δε διάβασαν το κείμενο της Συνθήκης καταδεικνύουν το αρνητικό κλίμα, μέσα στο οποίο πραγματοποιήθηκε ο διάλογος προ του δημοψηφίσματος στην Ιρλανδία, και τις ευθύνες μερίδας της πολιτικής ηγεσίας της χώρας.

Οι πολιτικές ηγεσίες των χωρών μελών της ΕΕ οφείλουν να λογοδοτούν στους πολίτες τους για τις αποφάσεις που λαμβάνουν σε ευρωπαϊκό επίπεδο, και όχι να χρησιμοποιούν τις «Βρυξέλλες» ως την πηγή του κακού, ως αποδιοπομπαίο τράγο για να καλύψουν τις αδυναμίες της δικής τους πολιτικής. Οι πολιτικές ηγεσίες οφείλουν να αναλάβουν τις ευθύνες που τους αναλογούν ενώ ταυτόχρονα οι Ευρωπαϊκοί Θεσμοί θα πρέπει να καταστούν περισσότερο προσβάσιμοι και κατανοητοί στο μέσο πολίτη.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται σήμερα να δώσει απαντήσεις σε νέες προκλήσεις πολύ διαφορετικές από αυτές που κλήθηκε να αντιμετωπίσει πενήντα χρόνια πριν. Το ευρωπαϊκό οικοδόμημα θεμελιώθηκε με σκοπό να επιτύχει όσο δεν μπορούσαν τα κράτη μέλη να πετύχουν χωριστά: την ειρήνη, την ασφάλεια, την οικονομική ευμάρεια, σε μια ήπειρο που προσπαθούσε να ξανασηκωθεί μέσα από τις στάχτες του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Τα πρώτα χρόνια, καθώς αυτοί οι στόχοι επιτυγχάνονταν, δεν ετίθετο ζήτημα δημοκρατικής νομιμοποίησης. Σήμερα, και αφού οι περισσότεροι από τους αρχικούς στόχους έχουν επιτευχθεί, στο διαμορφούμενο παγκόσμιο περιβάλλον οι προτεραιότητες είναι πολύ διαφορετικές και αγγίζουν την καθημερινότητα του μέσου πολίτη, καθιστώντας αναγκαία την συμμετοχή του στη διαμόρφωση και εμβάθυνση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

Κλειδί προς αυτή την κατεύθυνση είναι η θεσμοθέτηση μιας ευρωπαϊκής επικοινωνιακής πολιτικής. Η Λευκή βίβλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για μια «Ευρωπαϊκή Πολιτική επικοινωνίας» (2006) περιλαμβάνει μια σειρά εισηγήσεων προς αυτή την κατεύθυνση, τα οποία όμως θα πρέπει να γίνουν πράξη με την αμέριστη συμβολή των κρατών μελών και της πολιτικής ηγεσίας τους. Η ενημέρωση και η επικοινωνία είναι ουσιαστικής σημασίας σε μια υγιή δημοκρατία και λειτουργούν αμφίδρομα. Η δημοκρατία τότε μόνο ευημερεί, όταν οι πολίτες γνωρίζουν τι συμβαίνει και είναι να θέση να συμμετέχουν πλήρως.

Η διαδικασία της ευρωπαϊκής οικοδόμησης μοιάζει με την πορεία ενός ποδηλάτου. Κινείται γρήγορα ή αργά, ανάλογα με αυτόν που κάθεται στο τιμόνι. Ποτέ όμως δεν κινείται προς τα πίσω.

Ειδικού Συνεργάτη

Add comment