logo

E.Ε. (Ευρωπαϊκή Ένωση)

Όταν αναφερόμαστε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το κάνουμε συχνά με δισταγμό και επιφύλαξη ως προς τη συμφωνία σημαίνοντος και σημαινόμενου. Οι απόψεις για την υπόσταση και το στόχο αυτής της υπερεθνικής ένωσης καθώς και η νοηματοδότηση των όρων που χρησιμοποιούνται για να την περιγράψουν καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα ιδεολογικοπολιτικών προσεγγίσεων, αναλόγως της οπτικής γωνίας του παρατηρητή και της τοποθέτησης του αντικειμένου.

Η ένωση ευρωπαϊκών κρατών ξεκίνησε τη δεκαετία του 1950 για να θέσει ένα νέο πλαίσιο συνεργασίας και ανάπτυξης μετά από ένα πόλεμο που είχε καταλύσει ολοκληρωτικά το προηγούμενο σύστημα διακρατικών συμφωνιών, συνθηκών και εγγυήσεων. Μερικοί υπερτονίζουν ότι πηγή χρηματοδότησης υπήρξαν τα κονδύλια του σχεδίου Marshall για αντιπερισπασμό στη σοβιετική επέκταση προς τη δύση· άλλοι προτάσσουν το όραμα ανθρώπων που η συγκυρία τους ανέδειξε σε “πατέρες της Ευρώπης”· οι περισσότεροι συμφωνούν ότι οι ευρωπαϊκές κοινωνίες φτάνοντας στα τελευταία στάδια της καταστροφής συντονίστηκαν ενστικτωδώς για να επιβιώσουν. Όποιους παράγοντες όμως κι αν προσμετρήσει κάποιος, η εξέλιξη της ένωσης αυτής ξεπέρασε κατα πολύ τις συνθήκες της εποχής που τη γέννησε.

Με την υπόμνηση βεβαίως, των υπολοίπων παραμέτρων πέραν του καθοριστικού ρόλου της πολιτικής ελίτ δεν επιχειρείται η υποβάθμιση του. Αντιθέτως, η ιστορία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης παρουσιάζεται συνήθως ως η σταδιακή υλοποίηση του οράματος εμπνευσμένων ηγετών που δέσμευσαν τους ευρωπαϊκούς λαούς σε μια κοινή προοπτική, ξεπερνώντας τα σύνορα του εθνικού κράτους. Ο ρόλος της ηγεσίας πάντοτε βέβαια, υπήρξε διχαστικός. Είναι τα πρόσωπα ή η ιστορική συγκυρία που διαμορφώνουν τις προϋποθέσεις των αλλαγών; Η ηγεσία καθοδηγεί ή εκπροσωπεί τη γενική βούληση; Η τελική απόφαση εναπόκειται στο λαό, όπως αρεσκόμαστε να επαναλαμβάνουμε, ή στην ηγεσία; Εν προκειμένω δε, υπάρχει ευρωπαϊκή ηγεσία ή μια γραφειοκρατική μηχανή με ανθρώπινο προσωπείο; Ρητορικά ή ουσιαστικά, τα ερωτήματα αυτά βαραίνουν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα και στοχεύουν συνήθως σε αυτό που όλοι αναφέρονται με τον όρο “Βρυξέλλες”.

Επί πολλών επιμέρους θεμάτων επίσης, εκφράζονται διαφορετικές απόψεις. Ο ρυθμός με τον οποίο προχωρεί η διεύρυνση και εμβάθυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί αντικείμενο συζήτησης και συνεχούς αναθεώρησης. Ορισμένοι πιστεύουν ότι η ΕΕ μεγαλώνει πολύ γρήγορα, μη αφήνοντας περιθώρια για ομαλή ενσωμάτωση των νέων τομέων κοινοτικής ευθύνης ή των νέων κρατών-μελών στις υφιστάμενες ανελαστικές δομές. Η διεύρυνση δε του 2004 ξεπέρασε κατα πολύ τις 3 χώρες που εντάσσονταν ανα δεκαετία και οι νέες Συνθήκες που προτάθηκαν για να θέσουν ξανά τις βάσεις της ευρωπαϊκής συνεργασίας δε βρήκαν έτοιμη την κοινή γνώμη. Ταυτόχρονα, υπάρχουν και αυτοί που αντιλαμβάνονται τη σημασία που προσδίδεται από τις υποψήφιες χώρες στη διαδικασία της ένταξης και προβάλλουν τα οφέλη από τις πολιτικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις στα σύνορα της ΕΕ, προκρίνοντας γρηγορότερους ρυθμούς. Η ισορροπία μεταξύ διεύρυνσης και εμβάθυνσης είναι σίγουρα μια ιδεατή συνέχεια, χωρίς όμως ακόμα να υπάρχει σίγουρη οδός ούτε και συμφωνημένα όρια.

Η ίδια η διαδικασία λήψης των σχετικών αποφάσεων παραμένει κι αυτή ένα πεδίο αντιπαράθεσης επιχειρημάτων και πρακτικών. Η υπόσταση και ο ρόλος των “Βρυξελλών”, των εθνικών θεσμικών οργάνων αλλά και της κοινωνίας των πολιτών δεν είναι καθορισμένα με τρόπο που να επιτρέπουν την απρόσκοπτη συνεργασία μεταξύ τους. Τα δημοκρατικά και θεσμικά ελλείμματα αφήνουν περιθώριο για προτάσεις και πολιτική, αποτρέπουν όμως την ηθική νομιμοποίηση και την καθολική αποδοχή. Ένα πρόβλημα που ούτε επικοινωνιακά ούτε θεσμικά βρήκε απάντηση την τελευταία δεκαετία οδηγώντας σε συνεχή αναβολή την αναγκαία μεταρρύθμιση.

Ούτε ο ρόλος της Ένωσης στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον υπήρξε πεδίο συνεννόησης. Αντιθέτως, σε ένα τομέα όπου διαπλέκονται πολλές αρμοδιότητες (Διεύρυνση, Περιβάλλον, Υγεία, Έρευνα, Ενέργεια, Οικονομία, Μετανάστευση, Ανθρωπιστική Βοήθεια, Εξωτερικές Σχέσεις) δεν έγινε κατορθωτό ακόμα να δημιουργηθεί το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο συντονισμού, συνεννόησης και κοινής πολιτικής. Παρότι το μοντέλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης υιοθετήθηκε από τις κυβερνήσεις της Αφρικής αλλά και της Λατινικής Αμερικής για ενίσχυση της διακρατικής συνεργασίας, η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση ως θεσμός, δεν μπόρεσε ούτε στα διεθνή fora ούτε στις διμερείς (;) σχέσεις να λειτουργήσει ως ενιαίος οργανισμός. Αρκετοί είναι αυτοί που το εκλαμβάνουν ως αδυναμία, αρκετοί βέβαια, κι αυτοί που προκρίνουν την υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων των κρατών-μελών. Ένα θέμα που ούτε και στις απορριφθείσες, προς το παρόν, Συνθήκες διευθετήθηκε.

Η σχέση της Κύπρου με την Ευρωπαϊκή Ένωση, πριν και μετά το 2004, έδωσε πολλές φορές ειδήσεις και σε εθνικό και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, χωρίς πάντοτε να προσδίδεται η σωστή διάσταση ή τουλάχιστον να γίνεται αντιληπτό και στους δύο πόλους το ζήτημα με τον ίδιο τρόπο. Η συνεισφορά πάντως, της χώρας στη λειτουργία των Ευρωπαϊκών Θεσμών, δεν μπορεί να θεωρείται ικανοποιητική, όχι βέβαια με κριτήριο μόνο το μέγεθος της Κύπρου αλλά και το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία από την άλλη, ότι οι Κύπριοι πιστεύουν στην προοπτική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης· αυτό τουλάχιστον καταδεικνύουν όλες οι μετρήσεις. Το θέμα είναι μάλλον, τι μπορούν και τι θέλουν να προσφέρουν οι Κύπριοι προς επίτευξη αυτού του στόχου. Ένα πεδίο λοιπόν, ελεύθερου διαλόγου και ανοικτών οριζόντων!

του Αδριανού Κυριακίδη

Add comment