logo

Η Ενοποιημένη Εκπαίδευση στη Βόρεια Ιρλανδία

Αναγκαιότητα για Ένα Σύγχρονο Εκπαιδευτικό Σύστημα στην Κύπρο

 

Με αφορμή τις πρόσφατες αντιδράσεις καθηγητών και προσωπικοτήτων της κυπριακής κοινωνίας σε σχέση με την προσπάθεια εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης και τους στόχους της νέας σχολικής χρονιάς…

«Γιατί στην Βόρεια Ιρλανδία»; Αυτό ήταν το ερώτημα που τέθηκε από πολλούς όταν αποφασίστηκε να μεταβεί στην Β. Ιρλανδία ομάδα καθηγητών της Αγγλικής Σχολής Λευκωσίας που λάμβανε μέρος σε επιμορφωτικό σεμινάριο με θέμα την Πολυπολιτισμική Εκπαίδευση. Οι εκπαιδευτικοί θα πραγματοποιούσαν επισκέψεις σε Ενοποιημένα Σχολεία και σε σχολεία που βρίσκονται στη διαδικασία μετασχηματισμού τους με σκοπό να δουν από κοντά και να συζητήσουν με τους εμπλεκόμενους φορείς την αλλαγή στο εκπαιδευτικό τους σύστημα. Ποια η ανάγκη για μια τέτοια επαφή;

Παρακολουθώντας κανείς τις ζυμώσεις σε σχέση με το κυπριακό πρόβλημα και τις αλλαγές στο χαρακτήρα της κυπριακής κοινωνίας αντιλαμβάνεται την παρουσία ετερόκλιτων στοιχείων που καλούνται να ζήσουν αρμονικά. Η ιστορία μας διδάσκει πως η Εκπαίδευση έχει καθοριστικό ρόλο σε κάθε κοινωνική αλλαγή και στη Β. Ιρλανδία αυτή η διαπίστωση έγινε πριν από ορισμένες δεκαετίες όταν άρχισε μια προσπάθεια εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Σήμερα αυτή η μεταρρύθμιση κρίνεται ως επιτυχής, όταν όμως πριν από τριάντα χρόνια ακούστηκαν οι πρώτες φωνές για ενοποιημένη εκπαίδευση, ελάχιστοι θεώρησαν πώς κάτι τέτοιο θα ήταν εφικτό και πολύ λιγότεροι είχαν πιστέψει πως εκείνο το όραμα θα έπαιρνε σάρκα και οστά και θα βοηθούσε σε μια πολύ πιο αρμονική και εποικοδομητική συμβίωση.

Η πρώτη απόπειρα ίδρυσης ενός ενοποιημένου σχολείου στη Β. Ιρλανδία έγινε το 1981, όταν δημιουργήθηκε, χωρίς αρχικά κυβερνητική χρηματοδότηση, το Lagan College με 28 μόλις μαθητές. Από τότε ο αριθμός των σχολείων αυτών πολλαπλασιάστηκε και σήμερα λειτουργούν 62 σχολεία με περισσότερους από 18 000 μαθητές. Ορισμένα από αυτά τα σχολεία δημιουργήθηκαν εξαρχής ως ενοποιημένα, ενώ κάποια πέρασαν και άλλα περνούν ακόμα μέσα από τη διαδικασία του μετασχηματισμού τους (transformed και transforming schools αντίστοιχα). Ο στόχος των σχολείων αυτών είναι να φέρουν κοντά σ' ένα ασφαλές περιβάλλον ισάριθμους μαθητές, εκπαιδευτικούς και γονείς από το καθολικό και προτεσταντικό δόγμα. Σε μια πραγματικά διαιρεμένη κοινωνία, όπου οι κοινότητες σε ποσοστό 95% είναι διχασμένες και η εκπαίδευση κατα 90% είναι χωριστή, όπου υπάρχουν παιδιά που μπορεί να μην έζησαν τις συγκρούσεις, αλλά ζουν στην καθημερινότητά τους το λεγόμενο “Τείχος της Ειρήνης”, το εγχείρημα της ενοποιημένης εκπαίδευσης δεν είναι καθόλου εύκολο. Όμως για τους εκπαιδευτικούς και τους γονείς που εμπλέκονται στην ενοποιημένη εκπαίδευση στη Β. Ιρλανδία είναι ξεκάθαρο ότι η ενοποιημένη εκπαίδευση προσφέρει όλα τα εφόδια για την «επιβίωση» και την επιτυχία του παιδιού στη σύγχρονη κοινωνία.

Επιστρέφουμε λοιπόν στο αρχικό μας ερώτημα. Γιατί στη Β. Ιρλανδία και ποια σχέση μπορεί να έχει με την κυπριακή πραγματικότητα; Θα ήταν αφέλεια να ισχυριστεί κανείς πως το πολιτικό πρόβλημα της Β. Ιρλανδίας είναι το ίδιο με το κυπριακό, κανείς όμως δεν μπορεί να αρνηθεί το γεγονός πως το εκπαιδευτικό σύστημα κάθε τόπου οφείλει εξ ορισμού να αποβλέπει στην ειρηνική συμβίωση των πολιτών του. Όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση πολιτικών ή πολεμικών συγκρούσεων, έτσι και στα δυο αυτά μέρη οι άνθρωποι βίωσαν τον πόνο της απώλειας αγαπημένων προσώπων. Επιπρόσθετα, η Κύπρος και η Β. Ιρλανδία υπέφεραν από διακοινοτικές συγκρούσεις και υπήρξαν θύματα της αποικιοκρατικής πολιτικής του «διαίρει και βασίλευε». Οι κοινότητές τους έζησαν για μεγάλα διαστήματα απομονωμένες αναπτύσσοντας αισθήματα θυμού, φόβου και έλλειψης εμπιστοσύνης, επιρρίπτοντας παράλληλα η μία στην άλλη την ευθύνη για τη σύγκρουση. Ως αποτέλεσμα, αναπτύχθηκαν και στις δύο περιπτώσεις διαφορετικά εκπαιδευτικά συστήματα για κάθε κοινότητα, όπου καλλιεργήθηκε το μίσος ενώ οι ελάχιστες προσπάθειες επαναπροσέγγισης καταπνίγονταν από εθνικιστικές εξάρσεις. Στο σημείο αυτό θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως ο βασικός σκοπός ίδρυσης και λειτουργίας των ενοποιημένων σχολείων της Β. Ιρλανδίας πρέπει να γίνει και ο πρωταρχικός στόχος της δικής μας εκπαίδευσης: με κέντρο τον ίδιο το μαθητή και όραμά της την ειρηνική συνύπαρξη ανθρώπων από διαφορετικό θρησκευτικό, πολιτιστικό, κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον.

Θα ήταν επίσης αφέλεια να ισχυριστεί κανείς πως υπάρχουν «έτοιμες συνταγές» και πως μία επίσκεψη στη Β. Ιρλανδία μπορεί να μας δώσει τη λύση για τις αδυναμίες του δικού μας εκπαιδευτικού συστήματος. Αδυναμίες που σχετίζονται με την επαναπροσέγγιση Ε/Κ και Τ/Κ αλλά και την αποδοχή της διαφορετικότητας. Μπορούμε όμως να αντλήσουμε πολλά στοιχεία από την εμπειρία της Β. Ιρλανδίας και κυρίως να πιστέψουμε στη δύναμη και τις δυνατότητες των εκπαιδευτικών και των μαθητών μας. Η διαδικασία μετασχηματισμού ενός σχολείου σε ενοποιημένο είναι μακρόχρονη και απαιτεί ριζικές αλλαγές στη δομή και στον τρόπο λειτουργίας του. Οι εμπλεκόμενοι φορείς στη Β. Ιρλανδία, με τη στήριξη του οργανισμού NICIE (Northern Ireland Council for Integrated Education) , καλούνται να ακολουθήσουν ένα συγκεκριμένο Σχέδιο Δράσης, που απαιτεί μεταρρυθμίσεις σε θέματα που αφορούν στο ρόλο και στη συμμετοχή των μαθητών και των γονιών στη σχολική εμπειρία, στην εκπαίδευση των εκπαιδευτικών, στο επίσημο αναλυτικό πρόγραμμα και στο λανθάνον (γιορτές, σύμβολα), στις εξωσχολικές δραστηριότητες, στο θέμα της πειθαρχίας κλπ.

Αυτό που επίσης μας δίδαξε η εμπειρία της Β. Ιρλανδίας είναι πως οι αντιδράσεις σε κάθε τέτοιο εγχείρημα είναι δεδομένες και ως τέτοιες πρέπει να αντιμετωπίζονται και να πάψουν να αποτελούν σκόπελο για κάθε προοδευτική προσπάθεια. Στη Β. Ιρλανδία κανένας εμπλεκόμενος στη διαδικασία μετασχηματισμού των σχολείων δεν ισχυρίστηκε πως τα πράγματα ήταν εύκολα. Στη δική μας περίπτωση θα λέγαμε πως μπορούμε να βλέπουμε «το ποτήρι μισογεμάτο», γιατί η πρώτη διαπίστωση έχει γίνει από το κράτος που προχώρησε στη σύσταση μιας επιτροπής για τη μελέτη του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Χρειάζεται όμως κινητοποίηση εκ μέρους όλων των φορέων που εμπλέκονται και εννοούμε τους εκπαιδευτικούς, τους γονείς και τους ίδιους τους μαθητές.

Η περίπτωση της Β. Ιρλανδίας, μιας βαθιά πληγωμένης κοινωνίας, πρέπει να αποτελέσει παράδειγμα για κάθε ένα που δυσπιστεί και αρνείται να αναγνωρίσει την ανάγκη για εκ βάθρων αλλαγή. Κανείς δε θα προσπαθήσει να τον πείσει πως ο αγώνας θα είναι εύκολος, μπορούμε όμως να πούμε με βεβαιότητα πως το ταξίδι, όπως το αποκαλούν οι εμπλεκόμενοι στην ενοποιημένη εκπαίδευση της Β. Ιρλανδίας, έχει ήδη αρχίσει με κινητήριο δύναμη τους μαθητές και το δικαίωμα τους για ισότητα και ειρηνικό μέλλον.

Της Ευγενία Νικηφόρου - Χριστίνα Ιωακειμίδου, Εκπαιδευτικών

Add comment